Από PISA σε PISA… Πόσο καλά μιλούμε, γράφουμε και κατανοούμε τα Ελληνικά μας; του Καθηγ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη

Ακούμε και διαβάζουμε στον δημόσιο λόγο λάθη, αστοχήματα, ασυνταξίες, ανορθογραφίες και διαπιστώνουμε έλλειψη γνώσης και ποιότητας στη χρήση των Ελληνικών μας, παράλληλα προς την αποδεδειγμένη αδυναμία των παιδιών μας ―και όχι μόνον― να κατανοούν γραπτά κείμενα. Μερικά ψήγματα μόνο: Τίθονται, άνηκε, αναγγέλουν, αναγάγει, υπό τού μηδενός, αλειφή, αρκετά [αντί πολύ], επίταξη γιατρών [αντί επιστράτευση], επιπτώσεις [με θετική σημασία!], θνητότητα – θνησιμότητα [σύγχυση], τον ρόλο του ως υπουργός, των πολιτών καθεαυτών [αντί καθεαυτούς], εξ’ ακοής [το εξ δεν παίρνει απόστροφο], διαχείρηση, τού Βύρων, τον υπογράφων, επέβαλλαν και εφέτος νέους φόρους, τα επιχείρια τής κακίας [αντί τα επίχειρα], κοινοτυπία [αντί κοινοτοπία], κυρία υπουργός [αντί υπουργέ], η/τη Μέρι [σε υποτίτλους ξένων ταινιών], πρωτοπορεία [αντί πρωτοπορία], μεγενθύνω, συνοθύλευμα [αντί συνονθύλευμα], η οικογένεια τής εκλιπόντος [αντί τής εκλιπούσης], το φορέα/δήμο/χώρο/θεό [αντί τον για αιτιατική αρσενικού], η διεθνή συνθήκη, υπέγραψέ μου εδώ, το δέρμα επεξεργάζεται σε εργοστάσια [αντί υφίσταται επεξεργασία], δέχτηκε απλά [αντί απλώς = μόνο], επειγόντων συνθηκών [αντί επειγουσών], μιλάει σαν γιατρός [αντί μιλάει ως γιατρός (αν είναι γιατρός)] Το πρώτο εθνικό θέμα για κάθε χώρα, το μείζον καθοριστικό θέμα για κάθε λαό, είναι αν οι πολίτες του γνωρίζουν επαρκώς τη μητρική τους γλώσσα, αν τη μιλούν και τη γράφουν σωστά και αν την κατανοούν εις βάθος όταν την ακούν και τη διαβάζουν. Από αυτό ξεκινούν όλα: η καλλιέργεια τής σκέψης τους, η παιδεία τους, οι επιστήμες, οι θεσμοί, οι κοινωνικές σχέσεις, η πολιτική, η δημοκρατία. Γιατί όλα περνούν μέσα από τη μητρική γλώσσα.

Να το πούμε καθαρά και ―ας μού επιτραπεί― «αφοριστικά»; Η έλλειψη επαρκούς γνώσης τής μητρικής γλώσσας συνιστά, κατά κανόνα, και έλλειψη επαρκούς δυνατότητας σκέψης και λόγου. Πρόκειται για ένα μειονέκτημα που ακολουθεί το άτομο σε όλες τις εκφάνσεις τής ζωής του και σε όλες τις δραστηριότητές του. Και δεν αναφέρομαι σε άτομα με εγγενείς δυσκολίες (δυσλεξία λ.χ.), αλλά σε πολύ συχνές, καθημερινές γύρω μας περιπτώσεις περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων συμπολιτών μας, συχνά ασκούντων δημόσια αξιώματα ή εκφωνούντων δημόσιο από τη δουλειά τους λόγο, αλλά και μαθητών, φοιτητών ακόμη και εκπαιδευτικών με ατελή ή περιορισμένη γνώση και χρήση τής μητρικής γλώσσας: λάθη συντακτικά, γραμματικά, λεξιλογικά, ορθογραφικά, σύνταξης κειμένων, εκφοράς τού λόγου, κατανόησης και απόδοσης γραπτών κειμένων κ.λπ.

Ωστόσο, η γνώση τού κόσμου περνάει μέσα από την γλώσσα («η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» μάς είπε ο Βιτγκενστάιν, ο φιλόσοφος τής γλώσσας). Τα «όντα» τού κόσμου υπάρχουν για μάς ως «έννοιες», αποθηκευμένες στο «εργαστήρι τού νου» μας. Αλλά οι έννοιες, για να μπορούν να αξιοποιηθούν και να γνωστοποιηθούν, πρέπει να γίνουν «σημασίες» ντυμένες με «φθογγικές μορφές»∙ να γίνουν «λέξεις», συμβατικού χαρακτήρα για κάθε λαό. Και για να υπερβούν το απλό επίπεδο των λέξεων και να αποτελέσουν «λόγο», πρέπει να συνδεθούν με έναν λεπτό, σύνθετο, πολύμορφο δομικό μηχανισμό σε κάθε γλώσσα, με ό,τι αποκαλούμε «σύνταξη» και «γραμματική». Όταν λειτουργήσουν όλα αυτά, μιλούμε για γλώσσα, την εθνική μητρική γλώσσα κάθε λαού. Και από μόνα αυτά τα λίγα, έστω σχηματικά και γενικευμένα ειπωμένα, είναι, νομίζω, φανερό πόσο απαιτητική, μακρά και σύνθετη διαδικασία είναι η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας.

Πώς θα επιτευχθεί αυτή η κατάκτηση με τρόπο επαρκή και δημιουργικό για τη γενικότερη συγκρότηση και προσωπικότητα τού καθενός μας, αφού η γνώση αυτή συνδέεται με τη νόηση και τον κόσμο μας, άρα καθορίζει έμμεσα όλη μας την ζωή; Πέρα από την εγγενή γλωσσική ικανότητα που κληρονομεί βιολογικά ο άνθρωπος, χρειάζονται στοχευμένη προσπάθεια τής οικογένειας, καλά οργανωμένη σχολική γλωσσική εκπαίδευση, καλό γλωσσικό περιβάλλον (ΜΜΕ, κοινωνικές σχέσεις κ.λπ.) και συνεχής ατομική προσπάθεια τού καθενός μας, γιατί η γλώσσα είναι «έργο ζωής».

Οικογένεια. Όλα ξεκινούν από το σπίτι. Πώς και πόσο μιλούν στα παιδιά οι γονείς τους και ―καθόλου λιγότερο― ο παππούς και η γιαγιά και άλλα συγγενικά μέλη τού σπιτιού. Ήδη στην ανάπτυξη τής παιδικής γλώσσας παίζουν μεγάλο ρόλο τα γλωσσικά «ακούσματα» από το σπίτι. Αλλά και τα «διαβάσματα»∙ τι δίνουμε να διαβάσει και τι διαβάζει το παιδί από έντυπα (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά) και επιλεγμένα ηλεκτρονικά κείμενα. Μαζί, πώς προφυλάσσουμε το παιδί―μείζον σύγχρονο πρόβλημα― από το να εκτίθεται γλωσσικά σε «ηλεκτρονικά σκουπίδια» που στρεβλώνουν το γλωσσικό του αίσθημα ή λειτουργούν αρνητικά και ασυναίσθητα για τα παιδιά ως… πρότυπα. Ας προστεθεί η αναγκαία προσοχή στο διευρυμένο περιβάλλον τής οικογένειας και κυρίως στις παρέες των παιδιών (με ποια παιδιά παίζουν και μιλούν στο σπίτι, στη γειτονιά, στο σχολείο). Παρακολουθούμε συστηματικά ως γονείς στο σχολείο την επίδοση τού παιδιού στην γλώσσα; Και τι κάνουμε, όταν μάς χτυπάει καμπανάκι ότι το παιδί αντιμετωπίζει γλωσσικές ελλείψεις και προβλήματα;

Τελικά, η γλωσσική επίδραση που δέχεται το παιδί στο σπίτι λειτουργεί ως κύριος παράγων διαμόρφωσης τής γλωσσικής του ικανότητας και τής στάσης του στην γλώσσα (πόση σημασία και αξία δίνει στο να μάθει την γλώσσα του).

Σχολείο. Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα παιδιά μας περνούν ένα μέρος τής ζωής τους, 14 ολόκληρα χρόνια, στο σχολείο; Και ότι όλα αυτά τα χρόνια τα παιδιά μας διδάσκονται την ελληνική γλώσσα, με κυμαινόμενη ποσότητα (αριθμό διδακτικών ωρών και μαθημάτων σε όλες τις βαθμίδες) και ακόμη πιο κυμαινόμενη ποιότητα διδασκαλίας τής γλώσσας; Αποτέλεσμα; Δεν θα αναφερθώ εδώ στα αποτελέσματα τής αξιολόγησης τού προγράμματος PISA (αποφεύγω τις προκλήσεις), αλλά στις γνωστές μεγάλες αδυναμίες ―με εξαιρέσεις, φυσικά― που διέπουν τη γλωσσική έκφραση των μαθητών μας, γραπτή και προφορική. Αδυναμίες στο λεξιλόγιο, στην γραμματική, στην σύνταξη, στην εκφορά τού λόγου, στην ορθογραφία∙ αδυναμίες τόσο στην παραγωγή όσο και στην πρόσληψη τής μητρικής γλώσσας.

Οι αδυναμίες αυτές οφείλονται σε μειωμένη γλωσσική ικανότητα των παιδιών μας; Είναι ανεπίδεκτα γλωσσικής μαθήσεως; Σε καμία περίπτωση. Δεν χαϊδεύω αφτιά∙ ερμηνεύω. Θα αναφέρω τρεις κύριους δυσμενείς για τη γλώσσα λόγους στο σχολείο:

α) Οι μαθητές μας δεν αποκτούν συνείδηση τής γλώσσας ως αξίας, αξίας που οφείλουν να ενστερνισθούν και να υπηρετήσουν. Στέκονται συνήθως ―σε ανησυχητικό βαθμό―σαν η γνώση τής μητρικής γλώσσας να μη τους ενδιαφέρει πολύ και να μην έχει καν προτεραιότητα στην προσπάθειά τους για μόρφωση (τα Αγγλικά για κάποια παιδιά ελκύουν περισσότερο το ενδιαφέρον και την εκτίμησή τους).

β) Σε μεγάλο βαθμό δεν διδάσκεται σωστά η γλώσσα στο σχολείο. Πικρή αλήθεια, κυρίως από έλλειψη τής απαιτούμενης γλωσσικής και διδακτικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών από τα Πανεπιστήμιά μας ώστε να μπορούν να την μάθουν οι ίδιοι εις βάθος και να την διδάξουν με τρόπο που να αγαπήσουν τα παιδιά την γλώσσα και να ενδιαφερθούν να την μάθουν. Λείπει επίσης η συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε συναφή θέματα τής γλωσσικής επιστήμης και των σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας τής μητρικής γλώσσας.

γ) Τα γλωσσικά διαβάσματα και ακούσματα των παιδιών τείνουν να είναι από περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Διαταράχθηκε ή εγκαταλείφθηκε η ουσιαστική επαφή των παιδιών μας με το βιβλίο και με γραπτά κείμενα γενικότερα. Ομοίως λείπουν σχεδόν παντελώς για τους μαθητές μας ακούσματα από ομιλητές που αξιοποιούν δημιουργικά την γλώσσα μας. Δεν διαβάζουν βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά. Δεν ακούν ομιλίες, συζητήσεις, καλό θεατρικό λόγο. Έχουν δηλαδή «στέρηση πρότυπου ποιοτικού προφορικού και γραπτού λόγου», που επηρεάζει άμεσα την ικανότητά τους να εκφράζονται προφορικώς και γραπτώς. Και συγχρόνως δεν ασκούνται επαρκώς στην παραγωγή, πρόσληψη και επεξεργασία κειμένων (εξ ού και η αδυναμία καλής επίδοσης στις εξεταστικές διαδικασίες τού PISA).

Γλωσσικό περιβάλλον. Ποια είναι η ποιότητα των Ελληνικών που ακούν τα παιδιά μας από τα ΜΜΕ; Δεν αλλοιώνεται και στρεβλώνεται η αίσθηση τής γλώσσας των παιδιών από την πολύωρη επαφή τους με την ακατέργαστη γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την κυριαρχία τού καταιγισμού τής ανεξέλεγκτης εικόνας εις βάρος τού λόγου; Και, αν εξαιρεθεί ο λόγος που εκπέμπεται από έμπειρους δημοσιογράφους των τηλεοπτικών Δελτίων Ειδήσεων στα ΜΜΕ και κάποιων εκπομπών λόγου, τα Ελληνικά που ακούγονται σε σειρές συνεχείας (σήριαλ) και ποικίλου περιεχομένου εκπομπές λειτουργούν θετικἀ για τη χρήση τής γλώσσας; Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλους η γλωσσική ευθύνη των ΜΜΕ (τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών) και των ηλεκτρονικών διαδικτυακών μέσων (μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιστοτόπων και πλατφορμών όπως λ.χ. το FB), δοθέντος ότι ο λόγος τους λειτουργεί και επηρεάζει ως πρότυπο. Διαβάζοντας π.χ. τους ελληνικούς υποτίτλους ξένων ταινιών συναντάς «γλωσσικά τέρατα» τού τύπου «η Μέρι» (κατάληξη θηλυκού ονόματος σε -ι, όπως γράφουμε το ψάρι ή το τυρί! ). Έχουμε συνειδητοποιήσει τι επίδραση ασκούν όλα αυτά; Αφελής απορία: το ΕΣΡ δεν έχει λόγο σε αυτά τα θέματα;

Στο γλωσσικό περιβάλλον είναι ανάγκη να τονισθεί και μια άλλη έντονα αρνητική για την γλώσσα μας κατάσταση: η ξενολαγνία. Όταν οι εμπορικοί ιδίως δρόμοι των ελληνικών πόλεων βρίθουν ξενόγλωσσων επιγραφών και λατινογραμμένων επωνυμίων και όταν η δημόσια τηλεόραση γέμει ξενόγλωσσων τίτλων εκπομπών (που δεν έχει σχέση με τους ικανούς δημοσιογράφους οι οποίοι πραγματώνουν τις εκπομπές), δεν είναι φανερό ότι στα παιδιά ιδίως γεννά μια «νοοτροπία μίμησης », συνδυασμένη με την ψευδαίσθηση και ματαιοδοξία κοινωνικού γοήτρου των ξενισμών; Αν μέσα από την πράξη προβάλλεται ως ευρύτερο γλωσσικό μήνυμα ότι η ξενόγλωσση έκφραση τίτλων, επωνυμιών και ονομάτων «προσδίδει κύρος και αναγνώριση» στην εμπορική δραστηριότητα (που απευθύνεται σε Έλληνες πελάτες), τότε σε εθνικό επίπεδο υποβαθμίζεται, πάλι στην πράξη, η ελληνική γλώσσα. Και ας κρίθηκε μόλις πρόσφατα από την UNESCO ότι η Ελληνική, όχημα έκφρασης ενός μεγάλου πολιτισμού στην αδιάλειπτη χρήση της 40 αιώνων, αξίζει να βρίσκεται στο βάθρο των διεθνώς εορταζομένων γλωσσών μαζί με μόνο τις επτά επίσημες γλώσσες τού ΟΗΕ (Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική, Ρωσική, Κινεζική, Αραβική, Αφρικανική) και την Πορτογαλική.

Αυτομόρφωση

Η δομή τής ανθρώπινης γλώσσας, όλων των γλωσσών, περιλαμβάνει σύνταξη, γραμματική και λεξιλόγιο. Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας σημαίνει για κάθε ομιλητή γλώσσας ότι έχει επάρκεια σε αυτούς τους τρείς τομείς. Ότι κατέχει καλά τη συντακτική δομή τής γλώσσας, γιατί η «πρόταση» που δηλώνει τα νοήματά μας είναι προϊόν καλής γνώσης τού συντακτικού μηχανισμού τής γλώσσας. Από κοντά έρχεται η γραμματική δομή τής γλώσσας, από την οποία αρύονται οι ομιλητές τους «γραμματικούς τύπους» που «ντύνουν» τις συντακτικές σχέσεις. Τέλος, η καλή γνώση τού λεξιλογίου τής γλώσσας, τής δήλωσης των εννοιών που θέλουμε να εκφράσουμε υπό μορφήν σημασιών συνδυασμένων με φθόγγους, δηλαδή «λέξεων», είναι η βάση τής γλωσσικής επικοινωνίας.

Και επειδή η γλώσσα δεν είναι ούτε μόνο λέξεις ούτε μόνο προτάσεις αλλά συνεχής λόγος, δηλαδή προφορικό ή γραπτό κείμενο, που ξεκινάει από προθέσεις και απολήγει σε σκοπούς, βασική γνώση στη γλώσσα είναι η δύσκολη, λεπτή και πολυεπίπεδη γνώση τής παραγωγής και πρόσληψης κειμένων. Πρόκειται για μια πολυπαραγοντική τεχνική που περιλαμβάνει προθέσεις, συνεκτικότητα (λογική αλληλουχία) και συνοχή (γλωσσική αλληλουχία), συνάφεια προς το περιβάλλον (γλωσσικό και εξωγλωσσικό) και αποδεκτότητα (δυνατότητα να γίνει κατανοητό το κείμενο από τον ακροατή/αναγνώστη). Καταλαβαίνουμε ότι η σύνταξη και κατανόηση κειμένων έχει ιδιαίτερες δυσκολίες∙ απαιτεί γνώση τού μηχανισμού τής γλώσσας (γλωσσικών επιπέδων και κειμενικών λειτουργιών) και μακρά επίπονη άσκηση. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές ―όχι μόνο τής Ελλάδος― στην κατανόηση και επεξεργασία κειμένου (δεν μιλούμε για «ανάγνωση»!) στον διαγωνισμό τού PISA, τού Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης των Μαθητών (Programme of International Student Assessment), που από λανθασμένη σύνδεση τείνει να συνδέεται με την ιταλική πόλη PISA και (μεταφορικά;) με τον κίνδυνο κατάρρευσης τού κεκλιμένου πύργου της.

Αν αυτή είναι η σύνθεση τής γλώσσας και τόσο απαιτητική η γνώση της, καταλαβαίνουμε ότι χρειάζεται συνεχής προσπάθεια καθενός μας να κρατάμε σε εγρήγορση την γλωσσική μας ικανότητα. Αυτό σημαίνει συνειδητή αναδρομή, ευκαίρως ακαίρως, σε λεξικά, γραμματικές, συντακτικά, βιβλία για τα συχνά λάθη που γίνονται στην χρήση τής γλώσσας μας, αλλά και βιβλία και δημοσιεύματα για την Ελληνική, ομιλίες και εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Χρειαζόμαστε βελτίωση και εμπλουτισμό τού λεξιλογίου μας, προσοχή στις ορθογραφικές αδυναμίες μας, «φρεσκάρισμα» των γραμματικών μας γνώσεων και μεγάλη προσοχή στον τρόπο που μιλάμε και γράφουμε τα Ελληνικά μας. Χρόνος, κόπος, συνεχής προσπάθεια, ευαισθησία, αδιάπτωτο ενδιαφέρον για καλύτερη ποιότητα των Ελληνικών μας, που σημαίνει ―αυτό είναι και ένα επιπλέον καθοριστικό κέρδος― βελτίωση και ποιότητα στην λειτουργία τής σκέψης μας.

Επιλεγόμενα

Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας, το είπα ήδη, είναι «έργο ζωής», που σημαίνει έργο αδιάπτωτης φροντίδας και ενασχόλησης διά βίου. Φροντίζοντας και βελτιώνοντας τη γλωσσική μας ικανότητα στη μητρική μας γλώσσα, καλλιεργούμε συγχρόνως τη νοητική μας ικανότητα, αφού γλώσσα και διάνοια δεν χωρίζονται («Οὐκοῦν διάνοια καὶ λόγος ταὐτόν», επισημαίνει ο Πλάτων στον Σοφιστή). Αν όμως είναι τόσο σημαντική η κατάκτηση και καλλιέργεια τής μητρικής γλώσσας, καταλαβαίνουμε τι έμφαση χρειάζεται να δοθεί από όλους τους διαμορφωτικούς παράγοντες τής γλώσσας που αναφέραμε και ιδιαίτερα από την σχολική εκπαίδευση. Ειδικά στην κατανόηση κειμένων ―ένα θέμα που επανέφεραν πρόσφατα οι εξετάσεις τού Προγράμματος PISA―, πέρα μιας ειδικής τεχνικής που είναι διδάξιμη, χρειάζεται να ανατραπεί άρδην η στάση αυτής τής διαδικασίας. Χρειάζεται να εμπεδωθεί η ανάγνωση κειμένων «με ένταση προσοχής και μεγάλη συγκέντρωση» («close reading» έχει χαρακτηρισθεί) έναντι τού «βιαστικού αναγνώστη» στον οποίον έχει μετατρέψει σήμερα παιδιά και μεγάλους η γρήγορη βιαστική («στα πεταχτά»!) ανάγνωση που κυριαρχεί σε σχέση με ποικιλόμορφα γραπτά τού διαδικτύου.

Η κατανόηση κειμένου είναι μια κατεξοχήν δημιουργική γλωσσική διεργασία που απαιτεί καλή γνώση τής γλώσσας, προσεκτική ανάγνωση και ασκημένη ικανότητα, ιδίως αν τίθενται ερωτήσεις κατανόησης και ζητείται η σύνταξη περίληψης πολύ περιορισμένου αριθμού λέξεων. Απαιτείται δηλαδή λιτότητα και πυκνότητα λόγου με έμφαση στις λέξεις-κλειδιά που αποδίδουν το κεντρικό νόημα τού κειμένου. Το ίδιο, και ακόμη περισσότερο, ισχύει για την παραγωγή ουσιωδών κειμένων. Έχουμε μορφώσει και ασκήσει εντατικά τους μαθητές μας στο σχολείο σε αυτή την πολύ σύνθετη και απαιτητική διαδικασία; Και μάλιστα από το Δημοτικό (ηλικία 6-12 ετών) όπου τίθεται και ολοκληρώνεται η βασική γνώση τής μητρικής γλώσσας (λεξιλόγιο, σύνταξη, γραμματική); Στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου, υπό ευνοϊκές εκπαιδευτικές συνθήκες, συμπληρώνεται, βελτιώνεται και κυρίως συνειδητοποιείται η λειτουργία τής γλώσσας.

Και το κρίσιμο ερώτημα στην Πολιτεία: γνωρίζουμε στην Ελλάδα με την καθιέρωση ενός επαναλαμβανόμενου ανά διετία πανελλαδικού γλωσσικού διαγωνισμού (το ίδιο και για τα μαθηματικά) για τα παιδιά που τελείωσαν την ΣΤ’ Δημοτικού και τα παιδιά που τελείωσαν την Γ’ Γυμνασίου ―χωρίς ονόματα και βαθμολογίες―, αν και πόσο κατέκτησαν τη μητρική τους γλώσσα σύμφωνα με τους σκοπούς και το επίπεδο που προβλέπονται από τα Προγράμματα Σπουδών και τους σκοπούς διδασκαλίας τής γλώσσας; Γιατί πώς αλλιώς μπορούμε να έχουμε σαφή και ασφαλή γνώση τι επιτεύχθηκε με τα ισχύοντα αναλυτικά προγράμματα και με τη διδασκαλία και τι όχι; Πώς αλλιώς μπορούμε να γνωρίζουμε επακριβώς πού εμφανίζονται οι αδυναμίες, ώστε να κινηθεί το υπεύθυνο Υπουργείο διορθωτικά; Μήπως βαδίζουμε στα τυφλά ιδίως μετά την κατάργηση τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που γνώριζε εις βάθος τα θέματα και τα αντιμετώπιζε δραστικά;

Προς το παρόν, πάντως, πηγαίνουμε από PISA σε PISA με κλαυθμούς και οδυρμούς στην γλωσσική μας Βαβυλώνα (ή Βαβυλωνία;).

Ο Γ. Μπαμπινιώτης είναι ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης τού ΕΚΠΑ και Πρόεδρος τής Φ.Ε.

Πηγή

Το ΣΧΟΛΕΙΑ-ΖΩ 3 είναι γεγονός!

Διαβάστε το ΣΧΟΛΕΙΑ-ΖΩ 3 πατώντας εδώ.

Με ιδιαίτερη χαρά ανακοινώνουμε την έκδοση του 3ου τεύχους της σχολικής μας εφημερίδας «ΣΧΟΛΕΙΑ-ΖΩ». Το νέο αυτό τεύχος δεν έρχεται απλώς να προστεθεί στα προηγούμενα∙ έρχεται να μας θυμίσει γιατί ξεκινήσαμε. Σε μια εποχή με ασθματικούς ρυθμούς, όπου οι ειδήσεις καταναλώνονται σε τίτλους και εικόνες, οι μαθητές-συντάκτες της εφημερίδας μας επιλέγουν συνειδητά να επιβραδύνουν, να εμβαθύνουν, να προσεγγίζουν την πραγματικότητα με κριτική ματιά και, κυρίως, να… σχολειά-ζουν. Κάθε σελίδα κρύβει τη χαρά της συνεργασίας, τις συζητήσεις που προηγήθηκαν, τις διαφωνίες που γέννησαν καλύτερα κείμενα. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολυφωνικό και ζωντανό έντυπο, που αντικατοπτρίζει τη μαθητική σκέψη με αυθεντικότητα.

Το συγκεκριμένο τεύχος αποκτά κι έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς συμπίπτει με μία σημαντική επέτειο: το 2026 συμπληρώνονται 190 χρόνια από την ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Σχεδόν δύο αιώνες ζωντανής παράδοσης των Αρσακείων Σχολείων! Με αφορμή αυτή την επέτειο, ορισμένα από τα θέματα της εφημερίδας μας στρέφονται στην ιστορία, τις αξίες και την εκπαιδευτική κληρονομιά, που συνεχίζει να εμπνέει γενιές μαθητών και εκπαιδευτικών.

Σας καλούμε, λοιπόν, να διαβάσετε αυτό το τεύχος όχι βιαστικά, αλλά με περιέργεια. Να συμφωνήσετε, να διαφωνήσετε, να προβληματιστείτε. Γιατί μια σχολική εφημερίδα πετυχαίνει τον σκοπό της, μόνο όταν γίνεται αφορμή για σκέψη και κουβέντα. Tο ΣΧΟΛΕΙΑ-ΖΩ συνεχίζει. Και όσο υπάρχουν μαθητές, που θέλουν να πουν τη γνώμη τους, θα βρίσκει πάντα λόγο να εκδίδεται. Καλή ανάγνωση!

Η Δημοσιογραφική Ομάδα του Α’ Αρσακείου-Τοσιτσείου Γυμνασίου Εκάλης

Γεώργιος Μπαμπινιώτης, «Την γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» – και παγκόσμια

Παγκόσμια εφεξής η Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας: Μια μεγάλη επιτυχία της Ελλάδος αφού το να εξαπλώνεται σταδιακά ο εορτασμός της ημέρας της στην Εκπαίδευση διαφόρων χωρών του κόσμου, σε πολιτιστικά ιδρύματα και οργανισμούς και σε διαφόρους άλλους φορείς, δείχνει τι βαρύτητα μπορεί να προσλάβει για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό αυτός ο εορτασμός.

[…] «Το ζήτημα της διεθνούς αναγνώρισης και εορτασμού της ελληνικής γλώσσας, είναι ένα θέμα μείζονος σημασίας, όχι μόνο για τον πανταχού ελληνισμό, αλλά και για τον παγκόσμιο χώρο».

Το ίδιο είχε ζητήσει και ο γνωστός ελληνιστής του πανεπιστημίου της Νάπολης και της Καλαβρίας κ. Ιωάννης Κορίνθιος, ενώ το άρθρο μου ευαισθητοποίησε και πανεπιστημιακούς καθηγητές όπως ο Χρίστος Κλαίρης (ομότ. καθηγητής Γλωσσολογίας στην Σορβόννη) και ο κ. Αναστάσιος Τάμης (ο πιο γνωστός καθηγητής-ερευνητής θεμάτων της ελληνικής Ομογένειας με έμφαση στην γλώσσα). Το κυριότερο όμως απ’ όλα είναι ότι προς τον ίδιο σκοπό κινητοποιήθηκε παράλληλα το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο ανέλαβε την προβολή και ρύθμιση τού θέματος στο αρμόδιο όργανο που είναι η UNESCO. Το δύσκολο και πολύπλοκο αυτό έργο χειρίσθηκε εξ ολοκλήρου ο μόνιμος διπλωματικός αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην UNESCO κ. Γιώργος Κουμουτσάκος ο οποίος με μακρό επίπονο αγώνα κατόρθωσε να φέρει το θέμα της αναγνώρισης επιτυχώς εις πέρας, να εορτάζεται δηλαδή παγκόσμια η ελληνική γλώσσα ως «World Greek Language Day» κάθε 9η Φεβρουαρίου (ημερομηνία θανάτου του Διονυσίου Σολωμού).

Προφανώς η υποστήριξη τού θέματος στον Διεθνή Οργανισμό απαιτούσε πρώτα απ’ όλα γλωσσολογική θεμελίωση των λόγων που η Ελληνική δικαιούται να διεκδικήσει ένα τέτοιο ξεχωριστό προνόμιο ανάμεσα στις εθνικές γλώσσες όλων των χωρών του κόσμου. Εκεί εκλήθην να προσφέρω τις επιστημονικές υπηρεσίες μου (για θέματα της ελληνικής γλώσσας που δουλεύω επί δεκαετίες) πράγμα που δέχθηκα ευχαρίστως με την συνεργασία και του φίλου καθηγητή Χρίστου Κλαίρη. Ακολούθησε μακρά σειρά ηλεκτρονικών συζητήσεων και κειμένων μας με τον κ. Κουμουτσάκο, ώστε να υπάρξει η ενδεδειγμένη πολυεπίπεδη και λεπτή γλωσσική διαμόρφωση των θέσεών μας κατά τρόπον που να πείθει χωρίς να προσβάλει, γεγονός στο οποίο συνέβαλε βεβαίως η ίδια η ιστορική αλήθεια και η οικουμενική πορεία της ελληνικής γλώσσας. Αυτός όμως που ανέλαβε το τιτάνειο έργο να πείσει τους αντιπροσώπους των διαφόρων χωρών στην UNESCO να στηρίξουν την ελληνική πρόταση ήταν σε συνεργασία προφανώς με το υπουργείο Εξωτερικών ο κ. Κουμουτσάκος στον οποίο ανήκει ο δίκαιος έπαινος.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό να υπερβεί ο εορτασμός της ελληνικής γλώσσας ως παγκόσμιας ημέρας τα στενά ελληνικά γεωγραφικά όρια; Ο ελληνικός πολιτισμός που σφράγισε τον ευρωπαϊκό και γενικότερα τον δυτικό πολιτισμό κατέλαβε μια ξεχωριστή θέση στον παγκόσμιο πολιτισμό. Επιμένω να υποστηρίζω στα κείμενά μου, ευλόγως θεωρώ, ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ένας κατεξοχήν «πολιτισμός του γραπτού λόγου». Στηρίζεται κατεξοχήν στα κείμενά μας τα γραμμένα σε γλώσσα ελληνική και με ένα αλφάβητο αδιάλειπτης παράδοσης 28 αιώνων, το ελληνικό αλφάβητο (αυτό που ο Γαλιλαίος χαρακτήρισε ως «την μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου»). Άρα η σχέση της ελληνικής γλώσσας με τον ελληνικό πολιτισμό είναι άμεση, διότι απετέλεσε κύρια έκφρασή του.

Σε κάθε συζήτηση για την ελληνική γλώσσα και την ιδιαίτερη σημασία της δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όσο είναι ορθό ότι, σύµφωνα µε τα διδάγµατα τής γλωσσικής επιστήµης, όλες οι γλώσσες των λαών (οι «φυσικές» ή «εθνικές» λεγόµενες γλώσσες) ως συστήµατα επικοινωνίας είναι ισότιµες, άλλο τόσο είναι αληθές ότι ορισµένες γλώσσες που σήκωσαν το βάρος ανεπτυγµένων µορφών πολιτισµού του ανθρώπου γνώρισαν καλλιέργεια που τις ξεχωρίζει από τις άλλες. Kατεξοχήν καλλιεργηµένη γλώσσα είναι η Eλληνική, αφού σµιλεύτηκε επί 30 και πλέον αιώνες στην έκφραση βαθιών εννοιών της φιλοσοφίας και της επιστήµης, αδρών εννοιών του πολιτικού λόγου και των πολιτειακών θεσµών, λεπτών εννοιών του ευαγγελικού λόγου και της πατερικής θεολογίας, καθώς και σύνθετων στοχαστικών εννοιών του αρχαίου δράµατος, της πεζογραφίας και της ποίησης. Είναι ηθικά και πολιτισμικά ορθό, λοιπόν, αφού γλώσσες όπως η Αγγλική, η Γαλλική, η Γερμανική, η Ρωσική, η Κινεζική και μερικές άλλες όπως η αφρικανική Σουαχίλι αλλά και η Πορτογαλική έχουν καθιερωμένη ημέρα για τον παγκόσμιο εορτασμό τους, να μη λείπει από την χορεία τέτοιων διακεκριμένων γλωσσών και η «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας» (“World Greek Language Day”).

Το να εξαπλώνεται σταδιακά ο εορτασμός της ημέρας της ελληνικής γλώσσας στην Εκπαίδευση διαφόρων χωρών του κόσμου (σχολεία, πανεπιστήμια), σε πολιτιστικά ιδρύματα και οργανισμούς και σε διαφόρους άλλους φορείς, με την πρωτοβουλία και συνεργασία των πρεσβειών μας και των πανεπιστημίων (σύνταξη προγραμμάτων, οργάνωση συνεδρίων, εκθέσεων και ομιλιών), καθώς και των πολιτιστικών φορέων μας, των ελληνιστών του εξωτερικού και φυσικά της Ελληνικής Ομογένειας δείχνει, νομίζω, τι βαρύτητα μπορεί να προσλάβει για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό αυτός ο εορτασμός. Και φυσικά σε όλα αυτά έχει ανάλογο μερίδιο η Κύπρος μας, με τα Ελληνικά της και την μακρόχρονη πολιτιστική παρουσία της, και από κοντά εξίσου σημαντικός ―σε νέο επίπεδο και με άλλη αίγλη― είναι ο εορτασμός της ελληνικής γλώσσας από την Ελληνική Ομογένεια στις χώρες όπου ζει και δραστηριοποιείται.

Στην καταχνιά που πάει να σκεπάσει τον κόσμο αυτόν τον καιρό σε διεθνές επίπεδο, αυτή η επιτυχία της Ελλάδος έρχεται να εκπέμψει μια λάμψη φωτός, από το μόνο φως που απαλύνει τις ψυχές των ανθρώπων όπου Γης, τον πολιτισμό με στολίδι του τις ανθρώπινες γλώσσες.

πηγή

Συνέντευξη του κ. Θοδωρή Παπαλουκά στη Δημοσιογραφική Ομάδα του Σχολείου μας

Στις 27 Μαρτίου 2025 η Δημοσιογραφική Ομάδα των μαθητών της Β’ τάξης του Α’ Αρσακείου- Τοσιτσείου Γυμνασίου Εκάλης με την υπεύθυνη καθηγήτρια κ. Μαρίνα Μηλιδώνη, φιλόλογο, υποδέχτηκαν στον χώρο του Σχολείου τον κ. Θοδωρή Παπαλουκά, έναν από τους κορυφαίους Έλληνες καλαθοσφαιριστές. Μέσα από μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη ο κ. Παπαλουκάς μοιράστηκε μαζί μας τις εμπειρίες του από την πλούσια καριέρα του, τις προκλήσεις που αντιμετώπισε και τις σκέψεις του για το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ. Η καριέρα του αποτελεί πηγή έμπνευσης για νέους αθλητές και το όνομά του είναι συνώνυμο της επιτυχίας και του ήθους στον αθλητισμό.  

Ο κ. Παπαλουκάς αναφέρθηκε, αρχικά, στο ξεκίνημά του το 1995 στην τοπική ομάδα της περιοχής των Ελληνορώσων, όπου και μεγάλωσε. Η αγάπη του για το άθλημα και η επιθυμία να εξελιχθεί τον ώθησαν να συνεχίσει. Ανέφερε πως ήταν ανεκτίμητη η εμπειρία του στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, όπως και στον Ολυμπιακό, αφού είχε την ευκαιρία να αγωνιστεί σε υψηλό επίπεδο και να βιώσει μοναδικές στιγμές, που ως μικρότερος τις ονειρευόταν, και τώρα, ως μεγαλύτερος, νιώθει τυχερός που τις έζησε. Τόνισε πως είχε την τύχη να συνεργαστεί με εξαιρετικούς προπονητές και να έχει πολύ καλούς συμπαίκτες. Ο καθένας συνέβαλε στην εξέλιξή του διδάσκοντάς τον διαφορετικές πτυχές του παιχνιδιού και της ζωής. Όσο για τη μετάβαση από την ενεργό δράση στην επόμενη φάση της ζωής του, είπε ότι ήταν μία πρόκληση, αλλά η οικογένειά του τού παρείχε πάντα τη στήριξη και την ισορροπία που χρειαζόταν. Η ενασχόλησή του με την Eurohoops Academy του επέτρεψε να παραμείνει κοντά στο μπάσκετ και να μεταδίδει τις γνώσεις του στους νεότερους. Αυτή η Πρότυπη Ακαδημία Καλαθοσφαίρισης δημιουργήθηκε το 2017, με στόχο να προσφέρει υψηλής ποιότητας εκπαίδευση στο μπάσκετ. Στις εγκαταστάσεις πλέον των Αρσακείων-Τοσιτσείων Σχολείων Εκάλης, τα παιδιά μαθαίνουν τις αξίες του αθλητισμού και αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους. Συνέχισε λέγοντας πως εξακολουθεί να εργάζεται για την ανάπτυξη της Eurohoops Academy και την προώθηση του μπάσκετ σε νεαρές ηλικίες, ενώ παράλληλα εξερευνά νέες ευκαιρίες, που συνδυάζουν τον αθλητισμό με την επιχειρηματικότητα. Η πρόσφατη βράβευσή του από το ισπανικό περιοδικό «Gigantes del Basket» ως «διεθνούς θρύλου του μπάσκετ» ήταν γι’ αυτόν μεγάλη ηθική ικανοποίηση, αφού του υπενθύμισε πως άφησε ένα ουσιαστικό αποτύπωμα στην πορεία του μπάσκετ! Κλείνοντας, τόνισε πως η ακεραιότητα, ο σεβασμός και η αφοσίωση είναι θεμελιώδεις αξίες που καθοδηγούν έναν αθλητή, όπως κι έναν άνθρωπο σε όλη του τη ζωή. Όσο για τους νέους που θέλουν να ακολουθήσουν τα βήματά του, είπε πως προτιμάει να μη δίνει συμβουλές, γιατί ο καθένας βρίσκει μόνος του τα κλειδιά για την επιτυχία, ωστόσο τόνισε πως χρειάζεται πάντα ανοιχτό μυαλό, ομαδικό πνεύμα και ορθή κρίση για να επιτύχεις!

Παρακολουθήστε όλη τη συνέντευξη:

 

9η Φεβρουαρίου: εορτασμός τής ελληνικής γλώσσας.

Αναδημοσιεύουμε κείμενο του Καθηγητή Γλωσσολογίας και Προέδρου των Αρσακείων Γ. Μπαμπινιώτη

Ο οικουμενικός χαρακτήρας τής ελληνικής γλώσσας

Στην Ελλάδα δεν έχουμε εκτιμήσει, νομίζω, στην πραγματική του διάσταση το γεγονός τής οικουμενικής παρουσίας, τού κύρους και τής αίγλης που χαίρει η ελληνική γλώσσα ευρύτερα στον κόσμο. Δεν έχει εκτιμηθεί, κατ’ επέκταση, τί γόητρο πολιτισμικό και τί αναγνώριση ευρύτερης σημασίας έχει αποκτήσει η Ελλάδα ανά τους αιώνες χάρις στην ελληνική γλώσσα. Το γεγονός λ.χ. ότι σε σύνολο 166.724 λέξεων τής Αγγλικής ποσοστό περ. 30% (50.747 λέξεις) είναι ελληνικής προελεύσεως λέξεις (42.914) ή με ελληνικό α΄ ή β΄ συνθετικό (7.833), όπως έχει δείξει η έρευνα τού ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ [1], αποκαλύπτει εμπράκτως τί γλωσική και πνευματική διείσδυση έχει επιτελέσει η ελληνική γλώσσα.
Από την δική μου έρευνα στο λεξικογραφικό πεδίο, όπως έχει αποτυπωθεί στο Ετυμολογικό αλλά και στο εκτενές ερμηνευτικό λεξικό μου, αποδεικνύεται ότι είναι τεράστιος γενικότερα ο αριθμός των «αντιδανείων» και ιδίως των «ελληνογενών» λέξεων που έχουν εισέλθει στην γλώσσα μας από λέξεις που πήραν οι ξένες γλώσσες και επιστρέφουν σε μάς με διαφορετική ίσως μορφή και σημασία [τα λεγόμενα «αντιδάνεια», π.χ. μπαρούτι (πυρίτις), μπουτίκ (αποθήκη), ταξί (τάξις), τζύρος (γύρος), τουρ (τόρνος)] ή από λέξεις που πλάστηκαν με βάση την ελληνική γλώσσα στις ξένες γλώσσες και εισάγονται μετά στην Ελληνική ως δάνεια ( οι «ελληνογενείς» λεγόμενες λέξεις, π.χ. πανδημία, ακτινίδιο, γονίδιο, ιδεολογία, ορμόνη, ώσμωση).
Tην οικουµενικότητα τής ελληνικής γλώσσας µπορεί κανείς να την συλλάβει:
α) αξιολογικά· τα ανεπανάληπτα σε σύλληψη, πρωτοτυπία, βάθος και πλούτο ιδεών κείµενα των µεγάλων Eλλήνων στοχαστών είναι φυσικό να επέδρασαν και καθαρώς γλωσσικά, µια που οι ιδέες έχουν ως όχηµα τις λέξεις. Όπως παρατηρεί ο µεγάλος γλωσσολόγος R.H. ROBINS [2]: «H πνευµατική ζωή τής Eυρώπης στο σύνολό της –η φιλοσοφική, η ηθική, η πολιτική και η αισθητική της σκέψη– έλκει την καταγωγή από το έργο των Eλλήνων στοχαστών. Kαι σήµερα ακόµη, όλο ξαναγυρνάµε πίσω σε ό,τι έχει αφήσει η πνευµατική δραστηριότητα των Eλλήνων, αναζητώντας ερεθίσµατα και κουράγιο. Mε τους Έλληνες, όσο µε κανέναν άλλον αρχαίο ή σύγχρονο πολιτισµό, ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται µιαν αναντίρρητη πνευµατική συγγένεια»·
β) ιστορικά· η Eλληνική, στην µετακλασική περίοδο µε τον Aλέξανδρο, υπήρξε η πρώτη παγκόσµια γλώσσα, γλώσσα των συναλλαγών πολλών λαών (lingua franca) και συγχρόνως γλώσσα πολιτισµική (Kultursprache). O Γερµανός βυζαντινολόγος KARL KRUMBACHER (γνωστός από την διαµάχη του µε τον Xατζιδάκι για το γλωσσικό ζήτηµα) έχει γράψει: «Oὐ µόνον ὡς µέσον συνεννοήσεως σύµπαντος τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ἑλληνίζοντος κόσµου εἰς τὰ ἀπώτατα αὐτοῦ µέρη καὶ εἰς διαφορώτατα φῦλα καὶ κοινότητας ἐχρησίµευεν ἡ ζῶσα ἑλληνικὴ κοινὴ γλῶσσα τῶν ἀλεξανδρεωτικῶν καὶ ῥωµαϊκῶν χρόνων, ἀλλὰ ἦτο καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ γλῶσσα τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας τῶν βαρβάρων µετὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρωµαίων, καὶ δὴ καὶ τῶν βαρβάρων πρὸς ἀλλήλους, τελευταῖον καὶ ἐπίσηµος γλῶσσα τοῦ κράτους, ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἐξετέλει ἔργον παγκοσµίου γλώσσης» [3].
γ) γλωσσολογικά∙ Η τρίτη αυτή διάσταση τού οικουµενικού χαρακτήρα τής ελληνικής γλώσσας, δεν έχει αρκούντως προσεχθεί: το γεγονός ότι οι Έλληνες υπήρξαν οι ίδιοι οι πρώτοι µελετητές τής ελληνικής και, γενικότερα, τής ανθρώπινης γλώσσας σε συνδυασµό µε το ότι η ανάλυση τής ελληνικής γλώσσας από τους αρχαίους γραµµατικούς και φιλοσόφους απετέλεσε (µέσω τής Λατινικής) την βάση τής ανάλυσης όλων των µετέπειτα γλωσσών. Aυτό συνέβη µόνο µε την ελληνική γραµµατική θεωρία και πράξη και την δηµιουργική προέκτασή της, την Λατινική. Eν ολίγοις, η ελληνική γλώσσα ως κύρια µορφή «µεταγλώσσας» (λόγου περί γλώσσας), µέσα από την σχολική-παραδοσιακή γραµµατική και µέσα από την Παιδεία (ιδίως από τους χρόνους τής Aναγέννησης) απέκτησε την φήµη τής κατεξοχήν καλλιεργηµένης γλώσσας, γλώσσας µε υψηλό επικοινωνιακό γόητρο και κύρος. H παρατήρηση τού R. H. ROBINS [4] είναι και γι’ αυτό το θέµα πολύ ενδεικτική: «O ελληνικός θρίαµβος στον πνευµατικό πολιτισµό είναι ότι έδωσε τόσα πολλά σε τόσους πολλούς τοµείς […]. Tα επιτεύγµατά τους στον τοµέα τής γλωσσολογίας όπου ήταν εξαιρετικά δυνατοί, δηλαδή στην θεωρία τής γραµµατικής και στην γραµµατική περιγραφή τής γλώσσας, είναι τόσο ισχυρά, ώστε και να αξίζει να µελετηθούν και να αντέχουν στην κριτική. Eπίσης είναι τέτοια που να εµπνέουν την ευγνωµοσύνη και τον θαυµασµό µας».
δ) γλώσσα χριστιανικών κειμένων∙ η οικουµενικότητα τής Eλληνικής δεν είναι άσχετη προς το κύρος που απέκτησε διεθνώς η Eλληνική ως η γλώσσα τής Kαινής Διαθήκης, η γλώσσα των µεγάλων Πατέρων τής Xριστιανικής Eκκλησίας και, καθόλου λιγότερο, ως η κατεξοχήν γλώσσα τής υµνογραφίας και τής εκκλησιαστικής λατρείας (Θείας Λειτουργίας τού Iωάννου τού Xρυσοστόµου και τού Mεγάλου Bασιλείου). H Eλληνική συνδέεται επίσης µε την ελληνική µετάφραση τής Παλαιάς Διαθήκης από τους Eβδοµήκοντα για τις ανάγκες των ιουδαϊκών κοινοτήτων τής Aνατολής που ήταν ελληνόφωνες εκείνη την εποχή. H επιµονή τού EΡΑΣΜΟΥ, τού µεγάλου Oλλανδού φιλολόγου τής Aναγέννησης και πρώτου εκδότη τού ελληνικού κειµένου τής Kαινής Διαθήκης (το οποίο ως «Textus Receptus» εξακολουθούσε να χρησιµοποιείται σε ευρύτερη χρήση µέχρι την έκδοση τής Kαινής Διαθήκης από τον EBERHARD NESTLE το 1898), ότι δεν νοείται θεολόγος που να µη γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, γιατί θα είναι ανίκανος να πλησιάσει την γλώσσα τής Kαινής Διαθήκης στο πρωτότυπο, είναι ενδεικτική τής αίγλης τής ελληνικής γλώσσας στους κόλπους τού Xριστιανισµού. Άλλωστε, η κυριαρχία τού Xριστιανικού Bυζαντίου στον Mεσαίωνα, µαζί µε την ακτινοβολία, τον πολιτισµό και την θρησκεία τού Bυζαντίου, περνούσε και στην ελληνική γλώσσα, τής οποίας το κύρος ήταν τέτοιο, ώστε έγινε αµέσως αποδεκτή και άρχισε να διδάσκεται στην Δύση από τους λογίους τού Bυζαντίου που κατέφυγαν εκεί λίγο πριν και µετά την πτώση τής Bασιλεύουσας, γεγονός που υπήρξε και η απαρχή τής Aναγέννησης στη Δύση.
Τέλος, δεν είναι µόνον η οικουµενικότητά της που κατέστησε την Eλληνική µια ξεχωριστή γλώσσα. Eίναι και το γεγονός ότι στην γλώσσα αυτή έχουµε προφορική παράδοση τουλάχιστον 4.000 χρόνων και γραπτή παράδοση 3.500 ετών.
Η Eλληνική αποτελεί µοναδικό παράδειγµα γλώσσας µε αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια και µε τέτοια δοµική και λεξιλογική συνοχή, που να επιτρέπει να µιλάµε για µια ενιαία ελληνική γλώσσα από την αρχαιότητα έως σήµερα. Mε αυτό εννοούµε ότι ο ίδιος λαός, οι Έλληνες, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, την Eλλάδα, χωρίς διακοπή 40 αιώνες τώρα µιλάει και γράφει –µε την ίδια γραφή (από τον 8ο π.X. αιώνα) και την ίδια ορθογραφία (από το 400 π.X.)– την ίδια γλώσσα, την Eλληνική. Aυτό δεν σηµαίνει, φυσικά, ότι η γλώσσα τού Ξενοφώντα ή τού Πλάτωνα ή τού Πλουτάρχου είναι φωνολογικά, γραµµατικά και λεξιλογικά ίδια και απαράλλακτη η γλώσσα που µιλάµε και γράφουµε στις αρχές τού 21ού αιώνα! Mεταβολές στην προφορά, στην γραµµατικοσυντακτική δοµή και στο λεξιλόγιο τής Eλληνικής πραγµατοποιήθηκαν πολλές. Ωστόσο, ούτε η δοµική φυσιογνωµία τής Eλληνικής ούτε το λεξιλόγιό της αλλοιώθηκαν τόσο πολύ, ώστε να µη γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για την ίδια γλώσσα. O δοµικός σκελετός τής Eλληνικής, τα κύρια χαρακτηριστικά τής δοµής τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας εξακολουθούν να προσδιορίζουν την φυσιογνωµία και τής σύγχρονης ελληνικής γλώσσας.
Θα τελειώσω με μια εκτίμηση που έχει κάνει για την ελληνική γλώσσα στο βιβλίο της «Γιατί η Ελλάδα» η διάσημη μελετήτρια τής ελληνικής γλώσσας και τού ελληνικού πολιτισμού, η Γαλλίδα καθηγήτρια JAQUELINE DE ROMILLY [5]:
«Ανατρέχουν στα Ελληνικά για να ονομάσουν τις σύγχρονες ανακαλύψεις και εφευρέσεις (από την ευθανασία ως τον μεταβολισμό), χωρίς να αναφέρουμε τους πυραύλους ἢ τους μεγάλους επιστημονικούς στόχους πού ονομάζονται «Αριάδνη» ἢ «Ερμής». Αναπνέουμε με τον αέρα της Ελλάδος κάθε στιγμή, χωρίς να το ξέρουμε. Ὁ Μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειον σύμπλεγμα, όπως και τόσα άλλα, είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Ἡ Ευρώπη που σφυρηλατούμε έχει ελληνικό όνομα.
Ἡ Αρχαία Ελλάδα μάς προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω ακόμη μια φορά ότι είναι οικουμενική».

Συνέχεια ανάγνωσης «9η Φεβρουαρίου: εορτασμός τής ελληνικής γλώσσας.» →

Τα Αρσάκεια-Τοσίτσεια Σχολεία γιορτάζουν και θυμούνται… Μνήμη Μιχαήλ και Ελένης Τοσίτσα*

Κάθε χρόνο, στα Τοσίτσεια Σχολεία, στις 8 Νοεμβρίου, τελείται μνημόσυνο στη μνήμη των ευεργετών Μιχαήλ και Ελένης Τοσίτσα και Αποστόλου Αρσάκη. Εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια μετά την ίδρυση του πρώτου Τοσιτσείου Σχολείου οι μαθητές εξακολουθούν να τιμούν τους ευεργέτες τους.

Στους επικήδειους που εκφώνησαν διακεκριμένες προσωπικότητες της εποχής για την Ελένη Τοσίτσα και δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αιών» (έτος ΚΗ΄, φύλλο 2111/11/4/1866) αποτυπώνεται ο σεβασμός των Ελλήνων για τη μεγάλη κυρία.

«Και ιδού λοιπόν, αδελφοί, όπερ εν αρχή ελέγομενˑ ιδού η Ελένη Τοσίτσα, σκορπίσασα τον υπό τής Θείας Πρόνοιας διαπιστευθέντα αυτή πλούτον, ουχί από επιδεικτικής διαθέσεως και ασκόπως εις έργα πρόσκαιρα και μάταια, άδοξα ή μικρού λόγου άξια, αλλ’ από πάσης ευσεβούς προαιρέσεως και σκοπιμώτατα εις έργα χρήσιμα, ένδοξα και μεγάλα, εις έργα κοινωφελή, εις ανεγέρσεις ναών, εις οικοδομάς σχολείων, εις περίθαλψιν πενήτων και απόρωνˑ ο έστιν ιδού η Ελένη Τοσίτσα, εν ω εσκόρπισεν τον πλούτον, επλούτησεν αυτή εν έργοις καλοίς, κατά την τού Αποστόλου παραγγελίαν, και έχει την δικαιοσύνην αυτής μένουσαν εις αιώνα τον άπαντα», είπε γι’ αυτήν ο Κωνσταντίνος Κοντογόνης, καθηγητής τής Θεολογίας.

«Αλλά και την χριστιανικήν εκπαίδευσιν και αγωγήν τού γυναικείου φύλου, ιδίως επόθησεν η φιλάγαθος αυτή γυνή, διότι σφοδρώς ησθάνετο την εθνικήν ταύτην ανάγκην, πεπεισμένη ότι άνευ μητέρων αγαθών και οικογενεικής αγωγής είναι αδύνατον να ευδαιμονήσῃ ποτέ το έθνος ημών», είπε ο Λέων Μελάς αποχαιρετώντας τη μεγάλη ευεργέτιδα εκ μέρους τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

«Ο σπείρων επ’ ευλογίαις, επ’ ευλογίαις και θερίσει», λέει ο Απόστολος Παύλος στην Β΄ Επιστολή του προς Κορινθίους. Και με τις ευλογίες αυτές η αγαθή ψυχή τής Ελένης Τοσίτσα θα βρίσκεται πάντα ανάμεσα μας, όσο τα νέα παιδιά θα συνεχίσουν να δέχονται τους καρπούς της παιδείας στο Σχολείο που της οφείλει την ύπαρξή του.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

*Απόσπασμα από κείμενο δημοσιευμένο στον ιστότοπο https://history.arsakeio.gr/. Διαβάστε όλο το κείμενο πατώντας εδώ.