Ακούμε και διαβάζουμε στον δημόσιο λόγο λάθη, αστοχήματα, ασυνταξίες, ανορθογραφίες και διαπιστώνουμε έλλειψη γνώσης και ποιότητας στη χρήση των Ελληνικών μας, παράλληλα προς την αποδεδειγμένη αδυναμία των παιδιών μας ―και όχι μόνον― να κατανοούν γραπτά κείμενα. Μερικά ψήγματα μόνο: Τίθονται, άνηκε, αναγγέλουν, αναγάγει, υπό τού μηδενός, αλειφή, αρκετά [αντί πολύ], επίταξη γιατρών [αντί επιστράτευση], επιπτώσεις [με θετική σημασία!], θνητότητα – θνησιμότητα [σύγχυση], τον ρόλο του ως υπουργός, των πολιτών καθεαυτών [αντί καθεαυτούς], εξ’ ακοής [το εξ δεν παίρνει απόστροφο], διαχείρηση, τού Βύρων, τον υπογράφων, επέβαλλαν και εφέτος νέους φόρους, τα επιχείρια τής κακίας [αντί τα επίχειρα], κοινοτυπία [αντί κοινοτοπία], κυρία υπουργός [αντί υπουργέ], η/τη Μέρι [σε υποτίτλους ξένων ταινιών], πρωτοπορεία [αντί πρωτοπορία], μεγενθύνω, συνοθύλευμα [αντί συνονθύλευμα], η οικογένεια τής εκλιπόντος [αντί τής εκλιπούσης], το φορέα/δήμο/χώρο/θεό [αντί τον για αιτιατική αρσενικού], η διεθνή συνθήκη, υπέγραψέ μου εδώ, το δέρμα επεξεργάζεται σε εργοστάσια [αντί υφίσταται επεξεργασία], δέχτηκε απλά [αντί απλώς = μόνο], επειγόντων συνθηκών [αντί επειγουσών], μιλάει σαν γιατρός [αντί μιλάει ως γιατρός (αν είναι γιατρός)] Το πρώτο εθνικό θέμα για κάθε χώρα, το μείζον καθοριστικό θέμα για κάθε λαό, είναι αν οι πολίτες του γνωρίζουν επαρκώς τη μητρική τους γλώσσα, αν τη μιλούν και τη γράφουν σωστά και αν την κατανοούν εις βάθος όταν την ακούν και τη διαβάζουν. Από αυτό ξεκινούν όλα: η καλλιέργεια τής σκέψης τους, η παιδεία τους, οι επιστήμες, οι θεσμοί, οι κοινωνικές σχέσεις, η πολιτική, η δημοκρατία. Γιατί όλα περνούν μέσα από τη μητρική γλώσσα.

Να το πούμε καθαρά και ―ας μού επιτραπεί― «αφοριστικά»; Η έλλειψη επαρκούς γνώσης τής μητρικής γλώσσας συνιστά, κατά κανόνα, και έλλειψη επαρκούς δυνατότητας σκέψης και λόγου. Πρόκειται για ένα μειονέκτημα που ακολουθεί το άτομο σε όλες τις εκφάνσεις τής ζωής του και σε όλες τις δραστηριότητές του. Και δεν αναφέρομαι σε άτομα με εγγενείς δυσκολίες (δυσλεξία λ.χ.), αλλά σε πολύ συχνές, καθημερινές γύρω μας περιπτώσεις περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων συμπολιτών μας, συχνά ασκούντων δημόσια αξιώματα ή εκφωνούντων δημόσιο από τη δουλειά τους λόγο, αλλά και μαθητών, φοιτητών ακόμη και εκπαιδευτικών με ατελή ή περιορισμένη γνώση και χρήση τής μητρικής γλώσσας: λάθη συντακτικά, γραμματικά, λεξιλογικά, ορθογραφικά, σύνταξης κειμένων, εκφοράς τού λόγου, κατανόησης και απόδοσης γραπτών κειμένων κ.λπ.
Ωστόσο, η γνώση τού κόσμου περνάει μέσα από την γλώσσα («η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» μάς είπε ο Βιτγκενστάιν, ο φιλόσοφος τής γλώσσας). Τα «όντα» τού κόσμου υπάρχουν για μάς ως «έννοιες», αποθηκευμένες στο «εργαστήρι τού νου» μας. Αλλά οι έννοιες, για να μπορούν να αξιοποιηθούν και να γνωστοποιηθούν, πρέπει να γίνουν «σημασίες» ντυμένες με «φθογγικές μορφές»∙ να γίνουν «λέξεις», συμβατικού χαρακτήρα για κάθε λαό. Και για να υπερβούν το απλό επίπεδο των λέξεων και να αποτελέσουν «λόγο», πρέπει να συνδεθούν με έναν λεπτό, σύνθετο, πολύμορφο δομικό μηχανισμό σε κάθε γλώσσα, με ό,τι αποκαλούμε «σύνταξη» και «γραμματική». Όταν λειτουργήσουν όλα αυτά, μιλούμε για γλώσσα, την εθνική μητρική γλώσσα κάθε λαού. Και από μόνα αυτά τα λίγα, έστω σχηματικά και γενικευμένα ειπωμένα, είναι, νομίζω, φανερό πόσο απαιτητική, μακρά και σύνθετη διαδικασία είναι η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας.
Πώς θα επιτευχθεί αυτή η κατάκτηση με τρόπο επαρκή και δημιουργικό για τη γενικότερη συγκρότηση και προσωπικότητα τού καθενός μας, αφού η γνώση αυτή συνδέεται με τη νόηση και τον κόσμο μας, άρα καθορίζει έμμεσα όλη μας την ζωή; Πέρα από την εγγενή γλωσσική ικανότητα που κληρονομεί βιολογικά ο άνθρωπος, χρειάζονται στοχευμένη προσπάθεια τής οικογένειας, καλά οργανωμένη σχολική γλωσσική εκπαίδευση, καλό γλωσσικό περιβάλλον (ΜΜΕ, κοινωνικές σχέσεις κ.λπ.) και συνεχής ατομική προσπάθεια τού καθενός μας, γιατί η γλώσσα είναι «έργο ζωής».
Οικογένεια. Όλα ξεκινούν από το σπίτι. Πώς και πόσο μιλούν στα παιδιά οι γονείς τους και ―καθόλου λιγότερο― ο παππούς και η γιαγιά και άλλα συγγενικά μέλη τού σπιτιού. Ήδη στην ανάπτυξη τής παιδικής γλώσσας παίζουν μεγάλο ρόλο τα γλωσσικά «ακούσματα» από το σπίτι. Αλλά και τα «διαβάσματα»∙ τι δίνουμε να διαβάσει και τι διαβάζει το παιδί από έντυπα (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά) και επιλεγμένα ηλεκτρονικά κείμενα. Μαζί, πώς προφυλάσσουμε το παιδί―μείζον σύγχρονο πρόβλημα― από το να εκτίθεται γλωσσικά σε «ηλεκτρονικά σκουπίδια» που στρεβλώνουν το γλωσσικό του αίσθημα ή λειτουργούν αρνητικά και ασυναίσθητα για τα παιδιά ως… πρότυπα. Ας προστεθεί η αναγκαία προσοχή στο διευρυμένο περιβάλλον τής οικογένειας και κυρίως στις παρέες των παιδιών (με ποια παιδιά παίζουν και μιλούν στο σπίτι, στη γειτονιά, στο σχολείο). Παρακολουθούμε συστηματικά ως γονείς στο σχολείο την επίδοση τού παιδιού στην γλώσσα; Και τι κάνουμε, όταν μάς χτυπάει καμπανάκι ότι το παιδί αντιμετωπίζει γλωσσικές ελλείψεις και προβλήματα;
Τελικά, η γλωσσική επίδραση που δέχεται το παιδί στο σπίτι λειτουργεί ως κύριος παράγων διαμόρφωσης τής γλωσσικής του ικανότητας και τής στάσης του στην γλώσσα (πόση σημασία και αξία δίνει στο να μάθει την γλώσσα του).
Σχολείο. Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα παιδιά μας περνούν ένα μέρος τής ζωής τους, 14 ολόκληρα χρόνια, στο σχολείο; Και ότι όλα αυτά τα χρόνια τα παιδιά μας διδάσκονται την ελληνική γλώσσα, με κυμαινόμενη ποσότητα (αριθμό διδακτικών ωρών και μαθημάτων σε όλες τις βαθμίδες) και ακόμη πιο κυμαινόμενη ποιότητα διδασκαλίας τής γλώσσας; Αποτέλεσμα; Δεν θα αναφερθώ εδώ στα αποτελέσματα τής αξιολόγησης τού προγράμματος PISA (αποφεύγω τις προκλήσεις), αλλά στις γνωστές μεγάλες αδυναμίες ―με εξαιρέσεις, φυσικά― που διέπουν τη γλωσσική έκφραση των μαθητών μας, γραπτή και προφορική. Αδυναμίες στο λεξιλόγιο, στην γραμματική, στην σύνταξη, στην εκφορά τού λόγου, στην ορθογραφία∙ αδυναμίες τόσο στην παραγωγή όσο και στην πρόσληψη τής μητρικής γλώσσας.
Οι αδυναμίες αυτές οφείλονται σε μειωμένη γλωσσική ικανότητα των παιδιών μας; Είναι ανεπίδεκτα γλωσσικής μαθήσεως; Σε καμία περίπτωση. Δεν χαϊδεύω αφτιά∙ ερμηνεύω. Θα αναφέρω τρεις κύριους δυσμενείς για τη γλώσσα λόγους στο σχολείο:
α) Οι μαθητές μας δεν αποκτούν συνείδηση τής γλώσσας ως αξίας, αξίας που οφείλουν να ενστερνισθούν και να υπηρετήσουν. Στέκονται συνήθως ―σε ανησυχητικό βαθμό―σαν η γνώση τής μητρικής γλώσσας να μη τους ενδιαφέρει πολύ και να μην έχει καν προτεραιότητα στην προσπάθειά τους για μόρφωση (τα Αγγλικά για κάποια παιδιά ελκύουν περισσότερο το ενδιαφέρον και την εκτίμησή τους).
β) Σε μεγάλο βαθμό δεν διδάσκεται σωστά η γλώσσα στο σχολείο. Πικρή αλήθεια, κυρίως από έλλειψη τής απαιτούμενης γλωσσικής και διδακτικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών από τα Πανεπιστήμιά μας ώστε να μπορούν να την μάθουν οι ίδιοι εις βάθος και να την διδάξουν με τρόπο που να αγαπήσουν τα παιδιά την γλώσσα και να ενδιαφερθούν να την μάθουν. Λείπει επίσης η συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε συναφή θέματα τής γλωσσικής επιστήμης και των σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας τής μητρικής γλώσσας.
γ) Τα γλωσσικά διαβάσματα και ακούσματα των παιδιών τείνουν να είναι από περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Διαταράχθηκε ή εγκαταλείφθηκε η ουσιαστική επαφή των παιδιών μας με το βιβλίο και με γραπτά κείμενα γενικότερα. Ομοίως λείπουν σχεδόν παντελώς για τους μαθητές μας ακούσματα από ομιλητές που αξιοποιούν δημιουργικά την γλώσσα μας. Δεν διαβάζουν βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά. Δεν ακούν ομιλίες, συζητήσεις, καλό θεατρικό λόγο. Έχουν δηλαδή «στέρηση πρότυπου ποιοτικού προφορικού και γραπτού λόγου», που επηρεάζει άμεσα την ικανότητά τους να εκφράζονται προφορικώς και γραπτώς. Και συγχρόνως δεν ασκούνται επαρκώς στην παραγωγή, πρόσληψη και επεξεργασία κειμένων (εξ ού και η αδυναμία καλής επίδοσης στις εξεταστικές διαδικασίες τού PISA).
Γλωσσικό περιβάλλον. Ποια είναι η ποιότητα των Ελληνικών που ακούν τα παιδιά μας από τα ΜΜΕ; Δεν αλλοιώνεται και στρεβλώνεται η αίσθηση τής γλώσσας των παιδιών από την πολύωρη επαφή τους με την ακατέργαστη γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την κυριαρχία τού καταιγισμού τής ανεξέλεγκτης εικόνας εις βάρος τού λόγου; Και, αν εξαιρεθεί ο λόγος που εκπέμπεται από έμπειρους δημοσιογράφους των τηλεοπτικών Δελτίων Ειδήσεων στα ΜΜΕ και κάποιων εκπομπών λόγου, τα Ελληνικά που ακούγονται σε σειρές συνεχείας (σήριαλ) και ποικίλου περιεχομένου εκπομπές λειτουργούν θετικἀ για τη χρήση τής γλώσσας; Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλους η γλωσσική ευθύνη των ΜΜΕ (τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών) και των ηλεκτρονικών διαδικτυακών μέσων (μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιστοτόπων και πλατφορμών όπως λ.χ. το FB), δοθέντος ότι ο λόγος τους λειτουργεί και επηρεάζει ως πρότυπο. Διαβάζοντας π.χ. τους ελληνικούς υποτίτλους ξένων ταινιών συναντάς «γλωσσικά τέρατα» τού τύπου «η Μέρι» (κατάληξη θηλυκού ονόματος σε -ι, όπως γράφουμε το ψάρι ή το τυρί! ). Έχουμε συνειδητοποιήσει τι επίδραση ασκούν όλα αυτά; Αφελής απορία: το ΕΣΡ δεν έχει λόγο σε αυτά τα θέματα;
Στο γλωσσικό περιβάλλον είναι ανάγκη να τονισθεί και μια άλλη έντονα αρνητική για την γλώσσα μας κατάσταση: η ξενολαγνία. Όταν οι εμπορικοί ιδίως δρόμοι των ελληνικών πόλεων βρίθουν ξενόγλωσσων επιγραφών και λατινογραμμένων επωνυμίων και όταν η δημόσια τηλεόραση γέμει ξενόγλωσσων τίτλων εκπομπών (που δεν έχει σχέση με τους ικανούς δημοσιογράφους οι οποίοι πραγματώνουν τις εκπομπές), δεν είναι φανερό ότι στα παιδιά ιδίως γεννά μια «νοοτροπία μίμησης », συνδυασμένη με την ψευδαίσθηση και ματαιοδοξία κοινωνικού γοήτρου των ξενισμών; Αν μέσα από την πράξη προβάλλεται ως ευρύτερο γλωσσικό μήνυμα ότι η ξενόγλωσση έκφραση τίτλων, επωνυμιών και ονομάτων «προσδίδει κύρος και αναγνώριση» στην εμπορική δραστηριότητα (που απευθύνεται σε Έλληνες πελάτες), τότε σε εθνικό επίπεδο υποβαθμίζεται, πάλι στην πράξη, η ελληνική γλώσσα. Και ας κρίθηκε μόλις πρόσφατα από την UNESCO ότι η Ελληνική, όχημα έκφρασης ενός μεγάλου πολιτισμού στην αδιάλειπτη χρήση της 40 αιώνων, αξίζει να βρίσκεται στο βάθρο των διεθνώς εορταζομένων γλωσσών μαζί με μόνο τις επτά επίσημες γλώσσες τού ΟΗΕ (Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική, Ρωσική, Κινεζική, Αραβική, Αφρικανική) και την Πορτογαλική.
Αυτομόρφωση
Η δομή τής ανθρώπινης γλώσσας, όλων των γλωσσών, περιλαμβάνει σύνταξη, γραμματική και λεξιλόγιο. Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας σημαίνει για κάθε ομιλητή γλώσσας ότι έχει επάρκεια σε αυτούς τους τρείς τομείς. Ότι κατέχει καλά τη συντακτική δομή τής γλώσσας, γιατί η «πρόταση» που δηλώνει τα νοήματά μας είναι προϊόν καλής γνώσης τού συντακτικού μηχανισμού τής γλώσσας. Από κοντά έρχεται η γραμματική δομή τής γλώσσας, από την οποία αρύονται οι ομιλητές τους «γραμματικούς τύπους» που «ντύνουν» τις συντακτικές σχέσεις. Τέλος, η καλή γνώση τού λεξιλογίου τής γλώσσας, τής δήλωσης των εννοιών που θέλουμε να εκφράσουμε υπό μορφήν σημασιών συνδυασμένων με φθόγγους, δηλαδή «λέξεων», είναι η βάση τής γλωσσικής επικοινωνίας.
Και επειδή η γλώσσα δεν είναι ούτε μόνο λέξεις ούτε μόνο προτάσεις αλλά συνεχής λόγος, δηλαδή προφορικό ή γραπτό κείμενο, που ξεκινάει από προθέσεις και απολήγει σε σκοπούς, βασική γνώση στη γλώσσα είναι η δύσκολη, λεπτή και πολυεπίπεδη γνώση τής παραγωγής και πρόσληψης κειμένων. Πρόκειται για μια πολυπαραγοντική τεχνική που περιλαμβάνει προθέσεις, συνεκτικότητα (λογική αλληλουχία) και συνοχή (γλωσσική αλληλουχία), συνάφεια προς το περιβάλλον (γλωσσικό και εξωγλωσσικό) και αποδεκτότητα (δυνατότητα να γίνει κατανοητό το κείμενο από τον ακροατή/αναγνώστη). Καταλαβαίνουμε ότι η σύνταξη και κατανόηση κειμένων έχει ιδιαίτερες δυσκολίες∙ απαιτεί γνώση τού μηχανισμού τής γλώσσας (γλωσσικών επιπέδων και κειμενικών λειτουργιών) και μακρά επίπονη άσκηση. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές ―όχι μόνο τής Ελλάδος― στην κατανόηση και επεξεργασία κειμένου (δεν μιλούμε για «ανάγνωση»!) στον διαγωνισμό τού PISA, τού Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης των Μαθητών (Programme of International Student Assessment), που από λανθασμένη σύνδεση τείνει να συνδέεται με την ιταλική πόλη PISA και (μεταφορικά;) με τον κίνδυνο κατάρρευσης τού κεκλιμένου πύργου της.
Αν αυτή είναι η σύνθεση τής γλώσσας και τόσο απαιτητική η γνώση της, καταλαβαίνουμε ότι χρειάζεται συνεχής προσπάθεια καθενός μας να κρατάμε σε εγρήγορση την γλωσσική μας ικανότητα. Αυτό σημαίνει συνειδητή αναδρομή, ευκαίρως ακαίρως, σε λεξικά, γραμματικές, συντακτικά, βιβλία για τα συχνά λάθη που γίνονται στην χρήση τής γλώσσας μας, αλλά και βιβλία και δημοσιεύματα για την Ελληνική, ομιλίες και εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Χρειαζόμαστε βελτίωση και εμπλουτισμό τού λεξιλογίου μας, προσοχή στις ορθογραφικές αδυναμίες μας, «φρεσκάρισμα» των γραμματικών μας γνώσεων και μεγάλη προσοχή στον τρόπο που μιλάμε και γράφουμε τα Ελληνικά μας. Χρόνος, κόπος, συνεχής προσπάθεια, ευαισθησία, αδιάπτωτο ενδιαφέρον για καλύτερη ποιότητα των Ελληνικών μας, που σημαίνει ―αυτό είναι και ένα επιπλέον καθοριστικό κέρδος― βελτίωση και ποιότητα στην λειτουργία τής σκέψης μας.
Επιλεγόμενα
Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας, το είπα ήδη, είναι «έργο ζωής», που σημαίνει έργο αδιάπτωτης φροντίδας και ενασχόλησης διά βίου. Φροντίζοντας και βελτιώνοντας τη γλωσσική μας ικανότητα στη μητρική μας γλώσσα, καλλιεργούμε συγχρόνως τη νοητική μας ικανότητα, αφού γλώσσα και διάνοια δεν χωρίζονται («Οὐκοῦν διάνοια καὶ λόγος ταὐτόν», επισημαίνει ο Πλάτων στον Σοφιστή). Αν όμως είναι τόσο σημαντική η κατάκτηση και καλλιέργεια τής μητρικής γλώσσας, καταλαβαίνουμε τι έμφαση χρειάζεται να δοθεί από όλους τους διαμορφωτικούς παράγοντες τής γλώσσας που αναφέραμε και ιδιαίτερα από την σχολική εκπαίδευση. Ειδικά στην κατανόηση κειμένων ―ένα θέμα που επανέφεραν πρόσφατα οι εξετάσεις τού Προγράμματος PISA―, πέρα μιας ειδικής τεχνικής που είναι διδάξιμη, χρειάζεται να ανατραπεί άρδην η στάση αυτής τής διαδικασίας. Χρειάζεται να εμπεδωθεί η ανάγνωση κειμένων «με ένταση προσοχής και μεγάλη συγκέντρωση» («close reading» έχει χαρακτηρισθεί) έναντι τού «βιαστικού αναγνώστη» στον οποίον έχει μετατρέψει σήμερα παιδιά και μεγάλους η γρήγορη βιαστική («στα πεταχτά»!) ανάγνωση που κυριαρχεί σε σχέση με ποικιλόμορφα γραπτά τού διαδικτύου.
Η κατανόηση κειμένου είναι μια κατεξοχήν δημιουργική γλωσσική διεργασία που απαιτεί καλή γνώση τής γλώσσας, προσεκτική ανάγνωση και ασκημένη ικανότητα, ιδίως αν τίθενται ερωτήσεις κατανόησης και ζητείται η σύνταξη περίληψης πολύ περιορισμένου αριθμού λέξεων. Απαιτείται δηλαδή λιτότητα και πυκνότητα λόγου με έμφαση στις λέξεις-κλειδιά που αποδίδουν το κεντρικό νόημα τού κειμένου. Το ίδιο, και ακόμη περισσότερο, ισχύει για την παραγωγή ουσιωδών κειμένων. Έχουμε μορφώσει και ασκήσει εντατικά τους μαθητές μας στο σχολείο σε αυτή την πολύ σύνθετη και απαιτητική διαδικασία; Και μάλιστα από το Δημοτικό (ηλικία 6-12 ετών) όπου τίθεται και ολοκληρώνεται η βασική γνώση τής μητρικής γλώσσας (λεξιλόγιο, σύνταξη, γραμματική); Στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου, υπό ευνοϊκές εκπαιδευτικές συνθήκες, συμπληρώνεται, βελτιώνεται και κυρίως συνειδητοποιείται η λειτουργία τής γλώσσας.

Και το κρίσιμο ερώτημα στην Πολιτεία: γνωρίζουμε στην Ελλάδα με την καθιέρωση ενός επαναλαμβανόμενου ανά διετία πανελλαδικού γλωσσικού διαγωνισμού (το ίδιο και για τα μαθηματικά) για τα παιδιά που τελείωσαν την ΣΤ’ Δημοτικού και τα παιδιά που τελείωσαν την Γ’ Γυμνασίου ―χωρίς ονόματα και βαθμολογίες―, αν και πόσο κατέκτησαν τη μητρική τους γλώσσα σύμφωνα με τους σκοπούς και το επίπεδο που προβλέπονται από τα Προγράμματα Σπουδών και τους σκοπούς διδασκαλίας τής γλώσσας; Γιατί πώς αλλιώς μπορούμε να έχουμε σαφή και ασφαλή γνώση τι επιτεύχθηκε με τα ισχύοντα αναλυτικά προγράμματα και με τη διδασκαλία και τι όχι; Πώς αλλιώς μπορούμε να γνωρίζουμε επακριβώς πού εμφανίζονται οι αδυναμίες, ώστε να κινηθεί το υπεύθυνο Υπουργείο διορθωτικά; Μήπως βαδίζουμε στα τυφλά ιδίως μετά την κατάργηση τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που γνώριζε εις βάθος τα θέματα και τα αντιμετώπιζε δραστικά;
Προς το παρόν, πάντως, πηγαίνουμε από PISA σε PISA με κλαυθμούς και οδυρμούς στην γλωσσική μας Βαβυλώνα (ή Βαβυλωνία;).
Ο Γ. Μπαμπινιώτης είναι ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης τού ΕΚΠΑ και Πρόεδρος τής Φ.Ε.






















































