Γεώργιος Μπαμπινιώτης, «Την γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» – και παγκόσμια

Παγκόσμια εφεξής η Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας: Μια μεγάλη επιτυχία της Ελλάδος αφού το να εξαπλώνεται σταδιακά ο εορτασμός της ημέρας της στην Εκπαίδευση διαφόρων χωρών του κόσμου, σε πολιτιστικά ιδρύματα και οργανισμούς και σε διαφόρους άλλους φορείς, δείχνει τι βαρύτητα μπορεί να προσλάβει για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό αυτός ο εορτασμός.

[…] «Το ζήτημα της διεθνούς αναγνώρισης και εορτασμού της ελληνικής γλώσσας, είναι ένα θέμα μείζονος σημασίας, όχι μόνο για τον πανταχού ελληνισμό, αλλά και για τον παγκόσμιο χώρο».

Το ίδιο είχε ζητήσει και ο γνωστός ελληνιστής του πανεπιστημίου της Νάπολης και της Καλαβρίας κ. Ιωάννης Κορίνθιος, ενώ το άρθρο μου ευαισθητοποίησε και πανεπιστημιακούς καθηγητές όπως ο Χρίστος Κλαίρης (ομότ. καθηγητής Γλωσσολογίας στην Σορβόννη) και ο κ. Αναστάσιος Τάμης (ο πιο γνωστός καθηγητής-ερευνητής θεμάτων της ελληνικής Ομογένειας με έμφαση στην γλώσσα). Το κυριότερο όμως απ’ όλα είναι ότι προς τον ίδιο σκοπό κινητοποιήθηκε παράλληλα το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο ανέλαβε την προβολή και ρύθμιση τού θέματος στο αρμόδιο όργανο που είναι η UNESCO. Το δύσκολο και πολύπλοκο αυτό έργο χειρίσθηκε εξ ολοκλήρου ο μόνιμος διπλωματικός αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην UNESCO κ. Γιώργος Κουμουτσάκος ο οποίος με μακρό επίπονο αγώνα κατόρθωσε να φέρει το θέμα της αναγνώρισης επιτυχώς εις πέρας, να εορτάζεται δηλαδή παγκόσμια η ελληνική γλώσσα ως «World Greek Language Day» κάθε 9η Φεβρουαρίου (ημερομηνία θανάτου του Διονυσίου Σολωμού).

Προφανώς η υποστήριξη τού θέματος στον Διεθνή Οργανισμό απαιτούσε πρώτα απ’ όλα γλωσσολογική θεμελίωση των λόγων που η Ελληνική δικαιούται να διεκδικήσει ένα τέτοιο ξεχωριστό προνόμιο ανάμεσα στις εθνικές γλώσσες όλων των χωρών του κόσμου. Εκεί εκλήθην να προσφέρω τις επιστημονικές υπηρεσίες μου (για θέματα της ελληνικής γλώσσας που δουλεύω επί δεκαετίες) πράγμα που δέχθηκα ευχαρίστως με την συνεργασία και του φίλου καθηγητή Χρίστου Κλαίρη. Ακολούθησε μακρά σειρά ηλεκτρονικών συζητήσεων και κειμένων μας με τον κ. Κουμουτσάκο, ώστε να υπάρξει η ενδεδειγμένη πολυεπίπεδη και λεπτή γλωσσική διαμόρφωση των θέσεών μας κατά τρόπον που να πείθει χωρίς να προσβάλει, γεγονός στο οποίο συνέβαλε βεβαίως η ίδια η ιστορική αλήθεια και η οικουμενική πορεία της ελληνικής γλώσσας. Αυτός όμως που ανέλαβε το τιτάνειο έργο να πείσει τους αντιπροσώπους των διαφόρων χωρών στην UNESCO να στηρίξουν την ελληνική πρόταση ήταν σε συνεργασία προφανώς με το υπουργείο Εξωτερικών ο κ. Κουμουτσάκος στον οποίο ανήκει ο δίκαιος έπαινος.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό να υπερβεί ο εορτασμός της ελληνικής γλώσσας ως παγκόσμιας ημέρας τα στενά ελληνικά γεωγραφικά όρια; Ο ελληνικός πολιτισμός που σφράγισε τον ευρωπαϊκό και γενικότερα τον δυτικό πολιτισμό κατέλαβε μια ξεχωριστή θέση στον παγκόσμιο πολιτισμό. Επιμένω να υποστηρίζω στα κείμενά μου, ευλόγως θεωρώ, ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ένας κατεξοχήν «πολιτισμός του γραπτού λόγου». Στηρίζεται κατεξοχήν στα κείμενά μας τα γραμμένα σε γλώσσα ελληνική και με ένα αλφάβητο αδιάλειπτης παράδοσης 28 αιώνων, το ελληνικό αλφάβητο (αυτό που ο Γαλιλαίος χαρακτήρισε ως «την μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου»). Άρα η σχέση της ελληνικής γλώσσας με τον ελληνικό πολιτισμό είναι άμεση, διότι απετέλεσε κύρια έκφρασή του.

Σε κάθε συζήτηση για την ελληνική γλώσσα και την ιδιαίτερη σημασία της δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όσο είναι ορθό ότι, σύµφωνα µε τα διδάγµατα τής γλωσσικής επιστήµης, όλες οι γλώσσες των λαών (οι «φυσικές» ή «εθνικές» λεγόµενες γλώσσες) ως συστήµατα επικοινωνίας είναι ισότιµες, άλλο τόσο είναι αληθές ότι ορισµένες γλώσσες που σήκωσαν το βάρος ανεπτυγµένων µορφών πολιτισµού του ανθρώπου γνώρισαν καλλιέργεια που τις ξεχωρίζει από τις άλλες. Kατεξοχήν καλλιεργηµένη γλώσσα είναι η Eλληνική, αφού σµιλεύτηκε επί 30 και πλέον αιώνες στην έκφραση βαθιών εννοιών της φιλοσοφίας και της επιστήµης, αδρών εννοιών του πολιτικού λόγου και των πολιτειακών θεσµών, λεπτών εννοιών του ευαγγελικού λόγου και της πατερικής θεολογίας, καθώς και σύνθετων στοχαστικών εννοιών του αρχαίου δράµατος, της πεζογραφίας και της ποίησης. Είναι ηθικά και πολιτισμικά ορθό, λοιπόν, αφού γλώσσες όπως η Αγγλική, η Γαλλική, η Γερμανική, η Ρωσική, η Κινεζική και μερικές άλλες όπως η αφρικανική Σουαχίλι αλλά και η Πορτογαλική έχουν καθιερωμένη ημέρα για τον παγκόσμιο εορτασμό τους, να μη λείπει από την χορεία τέτοιων διακεκριμένων γλωσσών και η «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας» (“World Greek Language Day”).

Το να εξαπλώνεται σταδιακά ο εορτασμός της ημέρας της ελληνικής γλώσσας στην Εκπαίδευση διαφόρων χωρών του κόσμου (σχολεία, πανεπιστήμια), σε πολιτιστικά ιδρύματα και οργανισμούς και σε διαφόρους άλλους φορείς, με την πρωτοβουλία και συνεργασία των πρεσβειών μας και των πανεπιστημίων (σύνταξη προγραμμάτων, οργάνωση συνεδρίων, εκθέσεων και ομιλιών), καθώς και των πολιτιστικών φορέων μας, των ελληνιστών του εξωτερικού και φυσικά της Ελληνικής Ομογένειας δείχνει, νομίζω, τι βαρύτητα μπορεί να προσλάβει για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό αυτός ο εορτασμός. Και φυσικά σε όλα αυτά έχει ανάλογο μερίδιο η Κύπρος μας, με τα Ελληνικά της και την μακρόχρονη πολιτιστική παρουσία της, και από κοντά εξίσου σημαντικός ―σε νέο επίπεδο και με άλλη αίγλη― είναι ο εορτασμός της ελληνικής γλώσσας από την Ελληνική Ομογένεια στις χώρες όπου ζει και δραστηριοποιείται.

Στην καταχνιά που πάει να σκεπάσει τον κόσμο αυτόν τον καιρό σε διεθνές επίπεδο, αυτή η επιτυχία της Ελλάδος έρχεται να εκπέμψει μια λάμψη φωτός, από το μόνο φως που απαλύνει τις ψυχές των ανθρώπων όπου Γης, τον πολιτισμό με στολίδι του τις ανθρώπινες γλώσσες.

πηγή

9η Φεβρουαρίου: εορτασμός τής ελληνικής γλώσσας.

Αναδημοσιεύουμε κείμενο του Καθηγητή Γλωσσολογίας και Προέδρου των Αρσακείων Γ. Μπαμπινιώτη

Ο οικουμενικός χαρακτήρας τής ελληνικής γλώσσας

Στην Ελλάδα δεν έχουμε εκτιμήσει, νομίζω, στην πραγματική του διάσταση το γεγονός τής οικουμενικής παρουσίας, τού κύρους και τής αίγλης που χαίρει η ελληνική γλώσσα ευρύτερα στον κόσμο. Δεν έχει εκτιμηθεί, κατ’ επέκταση, τί γόητρο πολιτισμικό και τί αναγνώριση ευρύτερης σημασίας έχει αποκτήσει η Ελλάδα ανά τους αιώνες χάρις στην ελληνική γλώσσα. Το γεγονός λ.χ. ότι σε σύνολο 166.724 λέξεων τής Αγγλικής ποσοστό περ. 30% (50.747 λέξεις) είναι ελληνικής προελεύσεως λέξεις (42.914) ή με ελληνικό α΄ ή β΄ συνθετικό (7.833), όπως έχει δείξει η έρευνα τού ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ [1], αποκαλύπτει εμπράκτως τί γλωσική και πνευματική διείσδυση έχει επιτελέσει η ελληνική γλώσσα.
Από την δική μου έρευνα στο λεξικογραφικό πεδίο, όπως έχει αποτυπωθεί στο Ετυμολογικό αλλά και στο εκτενές ερμηνευτικό λεξικό μου, αποδεικνύεται ότι είναι τεράστιος γενικότερα ο αριθμός των «αντιδανείων» και ιδίως των «ελληνογενών» λέξεων που έχουν εισέλθει στην γλώσσα μας από λέξεις που πήραν οι ξένες γλώσσες και επιστρέφουν σε μάς με διαφορετική ίσως μορφή και σημασία [τα λεγόμενα «αντιδάνεια», π.χ. μπαρούτι (πυρίτις), μπουτίκ (αποθήκη), ταξί (τάξις), τζύρος (γύρος), τουρ (τόρνος)] ή από λέξεις που πλάστηκαν με βάση την ελληνική γλώσσα στις ξένες γλώσσες και εισάγονται μετά στην Ελληνική ως δάνεια ( οι «ελληνογενείς» λεγόμενες λέξεις, π.χ. πανδημία, ακτινίδιο, γονίδιο, ιδεολογία, ορμόνη, ώσμωση).
Tην οικουµενικότητα τής ελληνικής γλώσσας µπορεί κανείς να την συλλάβει:
α) αξιολογικά· τα ανεπανάληπτα σε σύλληψη, πρωτοτυπία, βάθος και πλούτο ιδεών κείµενα των µεγάλων Eλλήνων στοχαστών είναι φυσικό να επέδρασαν και καθαρώς γλωσσικά, µια που οι ιδέες έχουν ως όχηµα τις λέξεις. Όπως παρατηρεί ο µεγάλος γλωσσολόγος R.H. ROBINS [2]: «H πνευµατική ζωή τής Eυρώπης στο σύνολό της –η φιλοσοφική, η ηθική, η πολιτική και η αισθητική της σκέψη– έλκει την καταγωγή από το έργο των Eλλήνων στοχαστών. Kαι σήµερα ακόµη, όλο ξαναγυρνάµε πίσω σε ό,τι έχει αφήσει η πνευµατική δραστηριότητα των Eλλήνων, αναζητώντας ερεθίσµατα και κουράγιο. Mε τους Έλληνες, όσο µε κανέναν άλλον αρχαίο ή σύγχρονο πολιτισµό, ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται µιαν αναντίρρητη πνευµατική συγγένεια»·
β) ιστορικά· η Eλληνική, στην µετακλασική περίοδο µε τον Aλέξανδρο, υπήρξε η πρώτη παγκόσµια γλώσσα, γλώσσα των συναλλαγών πολλών λαών (lingua franca) και συγχρόνως γλώσσα πολιτισµική (Kultursprache). O Γερµανός βυζαντινολόγος KARL KRUMBACHER (γνωστός από την διαµάχη του µε τον Xατζιδάκι για το γλωσσικό ζήτηµα) έχει γράψει: «Oὐ µόνον ὡς µέσον συνεννοήσεως σύµπαντος τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ἑλληνίζοντος κόσµου εἰς τὰ ἀπώτατα αὐτοῦ µέρη καὶ εἰς διαφορώτατα φῦλα καὶ κοινότητας ἐχρησίµευεν ἡ ζῶσα ἑλληνικὴ κοινὴ γλῶσσα τῶν ἀλεξανδρεωτικῶν καὶ ῥωµαϊκῶν χρόνων, ἀλλὰ ἦτο καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ γλῶσσα τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας τῶν βαρβάρων µετὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρωµαίων, καὶ δὴ καὶ τῶν βαρβάρων πρὸς ἀλλήλους, τελευταῖον καὶ ἐπίσηµος γλῶσσα τοῦ κράτους, ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἐξετέλει ἔργον παγκοσµίου γλώσσης» [3].
γ) γλωσσολογικά∙ Η τρίτη αυτή διάσταση τού οικουµενικού χαρακτήρα τής ελληνικής γλώσσας, δεν έχει αρκούντως προσεχθεί: το γεγονός ότι οι Έλληνες υπήρξαν οι ίδιοι οι πρώτοι µελετητές τής ελληνικής και, γενικότερα, τής ανθρώπινης γλώσσας σε συνδυασµό µε το ότι η ανάλυση τής ελληνικής γλώσσας από τους αρχαίους γραµµατικούς και φιλοσόφους απετέλεσε (µέσω τής Λατινικής) την βάση τής ανάλυσης όλων των µετέπειτα γλωσσών. Aυτό συνέβη µόνο µε την ελληνική γραµµατική θεωρία και πράξη και την δηµιουργική προέκτασή της, την Λατινική. Eν ολίγοις, η ελληνική γλώσσα ως κύρια µορφή «µεταγλώσσας» (λόγου περί γλώσσας), µέσα από την σχολική-παραδοσιακή γραµµατική και µέσα από την Παιδεία (ιδίως από τους χρόνους τής Aναγέννησης) απέκτησε την φήµη τής κατεξοχήν καλλιεργηµένης γλώσσας, γλώσσας µε υψηλό επικοινωνιακό γόητρο και κύρος. H παρατήρηση τού R. H. ROBINS [4] είναι και γι’ αυτό το θέµα πολύ ενδεικτική: «O ελληνικός θρίαµβος στον πνευµατικό πολιτισµό είναι ότι έδωσε τόσα πολλά σε τόσους πολλούς τοµείς […]. Tα επιτεύγµατά τους στον τοµέα τής γλωσσολογίας όπου ήταν εξαιρετικά δυνατοί, δηλαδή στην θεωρία τής γραµµατικής και στην γραµµατική περιγραφή τής γλώσσας, είναι τόσο ισχυρά, ώστε και να αξίζει να µελετηθούν και να αντέχουν στην κριτική. Eπίσης είναι τέτοια που να εµπνέουν την ευγνωµοσύνη και τον θαυµασµό µας».
δ) γλώσσα χριστιανικών κειμένων∙ η οικουµενικότητα τής Eλληνικής δεν είναι άσχετη προς το κύρος που απέκτησε διεθνώς η Eλληνική ως η γλώσσα τής Kαινής Διαθήκης, η γλώσσα των µεγάλων Πατέρων τής Xριστιανικής Eκκλησίας και, καθόλου λιγότερο, ως η κατεξοχήν γλώσσα τής υµνογραφίας και τής εκκλησιαστικής λατρείας (Θείας Λειτουργίας τού Iωάννου τού Xρυσοστόµου και τού Mεγάλου Bασιλείου). H Eλληνική συνδέεται επίσης µε την ελληνική µετάφραση τής Παλαιάς Διαθήκης από τους Eβδοµήκοντα για τις ανάγκες των ιουδαϊκών κοινοτήτων τής Aνατολής που ήταν ελληνόφωνες εκείνη την εποχή. H επιµονή τού EΡΑΣΜΟΥ, τού µεγάλου Oλλανδού φιλολόγου τής Aναγέννησης και πρώτου εκδότη τού ελληνικού κειµένου τής Kαινής Διαθήκης (το οποίο ως «Textus Receptus» εξακολουθούσε να χρησιµοποιείται σε ευρύτερη χρήση µέχρι την έκδοση τής Kαινής Διαθήκης από τον EBERHARD NESTLE το 1898), ότι δεν νοείται θεολόγος που να µη γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, γιατί θα είναι ανίκανος να πλησιάσει την γλώσσα τής Kαινής Διαθήκης στο πρωτότυπο, είναι ενδεικτική τής αίγλης τής ελληνικής γλώσσας στους κόλπους τού Xριστιανισµού. Άλλωστε, η κυριαρχία τού Xριστιανικού Bυζαντίου στον Mεσαίωνα, µαζί µε την ακτινοβολία, τον πολιτισµό και την θρησκεία τού Bυζαντίου, περνούσε και στην ελληνική γλώσσα, τής οποίας το κύρος ήταν τέτοιο, ώστε έγινε αµέσως αποδεκτή και άρχισε να διδάσκεται στην Δύση από τους λογίους τού Bυζαντίου που κατέφυγαν εκεί λίγο πριν και µετά την πτώση τής Bασιλεύουσας, γεγονός που υπήρξε και η απαρχή τής Aναγέννησης στη Δύση.
Τέλος, δεν είναι µόνον η οικουµενικότητά της που κατέστησε την Eλληνική µια ξεχωριστή γλώσσα. Eίναι και το γεγονός ότι στην γλώσσα αυτή έχουµε προφορική παράδοση τουλάχιστον 4.000 χρόνων και γραπτή παράδοση 3.500 ετών.
Η Eλληνική αποτελεί µοναδικό παράδειγµα γλώσσας µε αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια και µε τέτοια δοµική και λεξιλογική συνοχή, που να επιτρέπει να µιλάµε για µια ενιαία ελληνική γλώσσα από την αρχαιότητα έως σήµερα. Mε αυτό εννοούµε ότι ο ίδιος λαός, οι Έλληνες, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, την Eλλάδα, χωρίς διακοπή 40 αιώνες τώρα µιλάει και γράφει –µε την ίδια γραφή (από τον 8ο π.X. αιώνα) και την ίδια ορθογραφία (από το 400 π.X.)– την ίδια γλώσσα, την Eλληνική. Aυτό δεν σηµαίνει, φυσικά, ότι η γλώσσα τού Ξενοφώντα ή τού Πλάτωνα ή τού Πλουτάρχου είναι φωνολογικά, γραµµατικά και λεξιλογικά ίδια και απαράλλακτη η γλώσσα που µιλάµε και γράφουµε στις αρχές τού 21ού αιώνα! Mεταβολές στην προφορά, στην γραµµατικοσυντακτική δοµή και στο λεξιλόγιο τής Eλληνικής πραγµατοποιήθηκαν πολλές. Ωστόσο, ούτε η δοµική φυσιογνωµία τής Eλληνικής ούτε το λεξιλόγιό της αλλοιώθηκαν τόσο πολύ, ώστε να µη γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για την ίδια γλώσσα. O δοµικός σκελετός τής Eλληνικής, τα κύρια χαρακτηριστικά τής δοµής τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας εξακολουθούν να προσδιορίζουν την φυσιογνωµία και τής σύγχρονης ελληνικής γλώσσας.
Θα τελειώσω με μια εκτίμηση που έχει κάνει για την ελληνική γλώσσα στο βιβλίο της «Γιατί η Ελλάδα» η διάσημη μελετήτρια τής ελληνικής γλώσσας και τού ελληνικού πολιτισμού, η Γαλλίδα καθηγήτρια JAQUELINE DE ROMILLY [5]:
«Ανατρέχουν στα Ελληνικά για να ονομάσουν τις σύγχρονες ανακαλύψεις και εφευρέσεις (από την ευθανασία ως τον μεταβολισμό), χωρίς να αναφέρουμε τους πυραύλους ἢ τους μεγάλους επιστημονικούς στόχους πού ονομάζονται «Αριάδνη» ἢ «Ερμής». Αναπνέουμε με τον αέρα της Ελλάδος κάθε στιγμή, χωρίς να το ξέρουμε. Ὁ Μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειον σύμπλεγμα, όπως και τόσα άλλα, είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Ἡ Ευρώπη που σφυρηλατούμε έχει ελληνικό όνομα.
Ἡ Αρχαία Ελλάδα μάς προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω ακόμη μια φορά ότι είναι οικουμενική».

Συνέχεια ανάγνωσης «9η Φεβρουαρίου: εορτασμός τής ελληνικής γλώσσας.»