Φήμη: ευλογία ή κατάρα;

Γράφουν οι μαθήτριες Βικτώρια Σακελλαρίου και Λήδα Σκαπινάκη (Β4)

Στην ελληνική μυθολογία η Φήμη ήταν η προσωποποίηση της μετάδοσης του λόγου, των εξιστορήσεων (ρήμα φημί= λέω). Την θεωρούσαν δευτερεύουσα θεά της αναγγελίας των νικών, κυρίως των αθλητικών αγώνων. Για τον λόγο αυτό, οι αρχαίοι ποιητές την αποκαλούσαν «πτερόεσσα» ή «πολύλαλο». Σήμερα όταν λέμε «φήμη», αναφερόμαστε σε ένα έμμεσο αποτέλεσμα των πράξεών μας. Οι επιτυχημένοι άνθρωποι έδιναν πάντα έμφαση στην οικοδόμηση και τη διατήρησή της ως θεμελιώδους συστατικού της επιτυχίας. Είναι γνωστό, ότι η φήμη χρειάζεται πολύ χρόνο για να χτιστεί και ελάχιστο για να χαθεί. Αποτελεί κάτι, το οποίο πολλοί εύχονται να αποκτήσουν, γιατί σίγουρα θα μπορούσε να τους προσφέρει πολλά προνόμια. Είναι μια ευκαιρία να ξεχωρίσει κανείς και έπαιζε ανέκαθεν σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε την έννοια της «υστεροφημίας», μία από τις σημαντικότερες αξίες της Ομηρικής εποχής, για χάρη της οποίας οι ήρωες έβαζαν την τιμή και τη δόξα τους πάνω από την ίδια τους τη ζωή. Η βασική ιδέα πίσω από τη φήμη είναι κάπως παρόμοια με την ιδέα της ανταμοιβής και της τιμωρίας. Αν κάνεις καλά πράγματα, αν κρατήσεις τον λόγο σου και αν είσαι άνθρωπος με καλό χαρακτήρα, θα έχεις καλή φήμη και το αντίστροφο. Η καλή φήμη προηγείται του ατόμου και είναι ένας προφανής και γρήγορος τρόπος, για να εμπιστευτείς κάποιον. Όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και οι επιχειρήσεις, οι κοινωνικές ομάδες, οι κυβερνήσεις, αλλά και τα ίδια τα κράτη έχουν φήμη.
Ωστόσο, πέρα από τη γοητεία της, η φήμη-αυτοσκοπός μπορεί να βλάψει ένα άτομο. Πολλοί αναπτύσσουν μία ψυχολογική εξάρτηση από τη φήμη. Όπως με κάθε εθισμό, τα άτομα αυτά αρχίζουν να εξαρτώνται από την αγάπη και τη λατρεία που τους εκδηλώνει το κοινό τους. Έτσι, αν για κάποιο λόγο η φήμη τους αρχίσει να χάνεται, εμφανίζουν συμπτώματα στερητικού συνδρόμου. Επίσης, η δημοσιότητα μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον το αίσθημα της ανάγκης να είναι συνέχεια άψογος, διότι όλοι έχουν υψηλές προσδοκίες από αυτόν. Η αυτοεκτίμησή του εξαρτάται μόνο από τους οπαδούς του και ο φόβος του λάθους μπορεί να είναι ψυχικά εξουθενωτικός. Επίσης, σε μία εποχή όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνθέτουν το τοπίο όπου θα αναδυθεί και θα αξιολογηθεί η κοινωνική συμπεριφορά κάποιου ως προς τα προβαλλόμενα πρότυπα, η φήμη ενός ατόμου καθορίζεται από τις κρίσεις των άλλων. Κάποτε έπρεπε να ήσουν καλός σε κάτι για να κερδίσεις φήμη. Αυτό πια έχει ανατραπεί. Ωστόσο, οι άνθρωποι που διαθέτουν εξουσία, οικονομική δύναμη και αυτάρκεια φαίνεται να έχουν διαφορετική σχέση με τη φήμη και την αξιολόγηση των κοινωνικών δικτύων. Μοιάζει να διαθέτουν μία κάποιου είδους «ασυλία» ή «ανοσία» σε ό,τι αρνητικό μπορεί να τους καταμετρηθεί και να αμαυρώσει το καλό τους όνομα. Ακόμα και η κακή φήμη γι’ αυτούς φαντάζει να ενισχύει την εικόνα τους!
Επομένως, η φήμη για κάποιους ανθρώπους είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα, αλλά για άλλους, μπορεί να είναι μια δύσκολη εμπειρία, γεμάτη απροσδόκητες προκλήσεις και απαιτήσεις. Όπως όλα στη ζωή, έτσι και τη φήμη χρειάζεται να μπορεί κανείς να την διαχειριστεί σωστά, ώστε αυτή να μην τον απορροφήσει σε βαθμό που να χάσει τον εαυτό του…

Ζωή: τά πάντα ῥεῖ…

Γράφει η μαθήτρια Μελίνα Λαζάρου (Β2)

Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος ή… σκοπός του θανάτου είναι η ζωή; «Ζωή είναι η παράσταση που παίζουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μας», είχε πει κάποτε ο Καζαντζάκης. Άρα, αν τελικά τα πάντα εξαρτώνται από το πώς τα αντιλαμβάνεται κανείς με τις αισθήσεις του, η σχετικότητα που διακρίνει τα πάντα γύρω μας είναι δεδομένη και αυτό για μένα αποτελεί κάτι παραπάνω από αφόρμηση, για να γράψω αυτό το άρθρο…
Αυτή την έννοια της ρευστότητας, της σχετικότητας μπορούμε να την αντιληφθούμε ξεκάθαρα μέσα από την τέχνη. Ένα από τα πολλά παραδείγματα, που αποδεικνύουν πως όλα είναι θέμα προσέγγισης και οπτικής, είναι ο πίνακας του Μιλλέ, ο οποίος απεικονίζει ένα γυναικείο πρόσωπο, γνωστό για την τραγικότητα που το χαρακτηρίζει, τη σαιξπηρική Οφηλία. Στον συγκεκριμένο πίνακα βλέπουμε την Οφηλία από το έργο «Άμλετ» του Σαίξπηρ, να κείτεται σε ένα ποτάμι περιμένοντας καρτερικά τον θάνατο. Ωστόσο, η ουσία του έργου αυτού, δεν στοχεύει στην επιφανειακή αμαύρωση της ζωής, στην οριστική πτώση στα έγκατα της αβεβαιότητας. Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τον πίνακα, πολλά είναι τα στοιχεία εκείνα, που υμνούν τη ζωή και πλέκουν ένα εγκώμιο στην αναγέννηση. Δείτε τα έντονα χρώματα, που σαν έντονες εκρήξεις κατακλύζουν τα πάντα: το καταπράσινο χρώμα των φυτών που κρατούν συντροφιά στο ποτάμι, τα ροδοκόκκινα χείλη της ίδιας της Οφηλίας, από τα οποία κυλούν όμορφες μελωδίες, καθώς εκείνη τραγουδά, αλλά και ο συμβολισμός του ίδιου του ποταμού· η συνεχής, αέναη ροή του νερού, πάνω στο οποίο καθρεφτίζεται μία και μόνο έννοια: η άνοιξη. Η άνοιξη, συμβολίζει την άνθιση, την αναγέννηση, τη συντριβή του θανάτου. Αυτό το τέλος, δηλαδή, που μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι περιμένει αυτή η γυναίκα μέσα στο ποτάμι, σηματοδοτεί και μια καινούργια αρχή, μια πρωτόγνωρη αναζωογόνηση, την αισιοδοξία! Έρχεται με τη σειρά του να συμβάλει στη συνέχιση του αέναου κύκλου της ζωής! Κάθε τέλος, μία νέα αρχή. Ίσως τελικά τα χρώματα του πίνακα, να είναι ικανά από μόνα τους να καταρρίψουν και να φωτίσουν το σκοτάδι που έπεται και η ζωντάνια αυτή να αναιρεί τον θάνατο. Ή μήπως όχι;
Τι θα πει «η ζωντάνια αναιρεί την έννοια του θανάτου»; Κι αν, τελικά, το σκοτάδι του θανάτου αναιρεί τη ζωντάνια; Μήπως κάθε αρχή σημαίνει ένα νέο τέλος; Το δίπολο της ζωής και του θανάτου, που δίνεται έντονα στον παραπάνω πίνακα, πιστεύω πως αποτελεί τρανή απόδειξη για την κατάρριψη μιας έννοιας ιδιαίτερα υποκειμενικής: της αντικειμενικότητας. Ίσως, τα πάντα γύρω μας να αποτελούν τελικά μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση, που εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε. Διαμορφώνουμε απόψεις, ιδέες, ιδανικά και κρίνουμε με βάση ό,τι αποτελεί αποκύημα της δικής μας -υποκειμενικής- οπτικής. Και αυτές τις θέσεις, ενίοτε την ορίζουμε ως θεμελιώδεις. Μέσα, ωστόσο, σε αυτόν τον υποκειμενικό κόσμο, πάλι εμείς οι ίδιοι ορίζουμε την αντικειμενικότητα, γιατί αλλιώς η σκληρή αβεβαιότητα θα ακυρώσει κάθε πτυχή της ζωής μας. Η αντικειμενικότητα, έτσι, μας καθησυχάζει και καλύπτει όσα δεν θέλουμε να αισθανθούμε: την αμφιβολία, τον φόβο και την ανασφάλεια. Πώς, λοιπόν, να μην είναι όλα σχετικά; Ακόμα και αυτά που μόλις διαβάσατε…

Ευχαριστώ την καθηγήτρια Καλλιτεχνικών κ. Κυριακή Πρεβενιού για την πολύτιμη βοήθεια ως προς τις τεχνικές και τους συμβολισμούς του ζωγράφου.

Τι ξέρεις για τη Βουλή των Εφήβων;

Γράφουν η μαθήτρια Αθηνά Ορφανού (Β3) και ο μαθητής Κωνσταντίνος Χειρίδης (Β4)

Η Βουλή των Εφήβων είναι ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Βουλής των Ελλήνων, το οποίο λειτουργεί σε ετήσια βάση από το σχολικό έτος 1995-1996 σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας και της Kύπρου (από το 2002 συνεργάζεται και το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). Απευθύνεται στους μαθητές της Α’ και B’ τάξης όλων των ενιαίων λυκείων και τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων της χώρας. Πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής του Προγράμματος υπήρξε ο αείμνηστος συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης έως τον θάνατό του το 2003. Στη συνέχεια, ανέλαβε ο λογοτέχνης, ακαδημαϊκός Ιάκωβος Καμπανέλλης έως τον Οκτώβριο του 2007. Από το 2007 έως τις αρχές του 2010, πρόεδρος ήταν ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης. Τον Μάρτιο του 2010 ανέλαβε ως πρόεδρος η συγγραφέας Σοφία Ζαραμπούκα, ενώ σήμερα πρόεδρος είναι ο καθηγητής Πανεπιστημίου κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου.

Tο πρόγραμμα «Βουλή των Εφήβων» έχει ως βασικό στόχο την καλλιέργεια της θετικής στάσης των νέων απέναντι στα κοινά της χώρας, καθώς και την ευαισθητοποίησή τους σχετικά με τις αρχές, τους κανόνες και τις αξίες του Κοινοβουλευτισμού. Συγκεκριμένα, 300 έφηβοι-βουλευτές κληρώνονται μετά από διαγωνισμό από σχολεία της Ελλάδος, από τα σχολεία της Κύπρου και από ελληνικά σχολεία του απόδημου Ελληνισμού στο εξωτερικό. Δίνεται επίσης η δυνατότητα, στο πλαίσιο της συμπερίληψης, να συμμετέχουν στο πρόγραμμα και σχολεία δεύτερης ευκαιρίας, όπως και ειδικά σχολεία. Οι μαθητές μελετούν και ερευνούν θέματα σχετικά με το περιβάλλον, τον τόπο τους, την πατρίδα τους και συνεδριάζουν στις αίθουσες της Βουλής των Ελλήνων τον Ιούλιο. Το σώμα της «Βουλής των Εφήβων» χωρίζεται σε πέντε Επιτροπές, που αντιστοιχούν στις Διαρκείς Eπιτροπές του ελληνικού Κοινοβουλίου. Οι έφηβοι συζητούν κατά Επιτροπή τους προβληματισμούς τους, συναντούν ειδικούς και κάνουν αντίστοιχες προτάσεις, που καταγράφονται στη «Σύνθεση των Κειμένων». Στη συνέχεια, συνεδριάζουν σε Oλομέλεια, όπου συζητούν τις προτάσεις που ψηφίστηκαν στις Επιτροπές. H Oλομέλεια δέχεται ή απορρίπτει τις επιμέρους προτάσεις των εφήβων βουλευτών. Tα πρακτικά των πέντε Επιτροπών και της Oλομέλειας της «Bουλής των Eφήβων» αναρτώνται στο Διαδίκτυο, τυπώνονται και αποστέλλονται σε όλους στους αρμόδιους Υπουργούς. Μάλιστα, στην Ολομέλεια προεδρεύει ο εκάστοτε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Από το δικό μας Σχολείο η φιλόλογος καθηγήτρια κ. Αικ. Κατσιάνου είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής των Εφήβων.

Με τις συνόδους αυτές δίνεται η ευκαιρία στους μαθητές να συζητούν τις διαπιστώσεις και τις κρίσεις τους για το παρόν, αλλά και να περιγράφουν το όραμά τους για το μέλλον, στοιχεία απαραίτητα για κάθε σχεδιασμό της Πολιτείας, αλλά και για την αυτοσυνειδησία της νεολαίας και της κοινωνίας των πολιτών. Mε την καθιέρωση της «Bουλής των Eφήβων» ως θεσμού οι νέοι εκφράζουν τις απόψεις τους πάνω σε σημαντικά κοινωνικά θέματα, στο πλαίσιο ενός υπεύθυνου δημόσιου διαλόγου. Κάτι τέτοιο μπορεί να διαμορφώσει την προσωπικότητα ενός σωστού μελλοντικού πολίτη, αφού εκεί οι μαθητές ασκούνται και στο να ακούνε και να σέβονται τις διαφορετικές απόψεις. Αναμφίβολα, το ενδιαφέρον που δείχνουν τόσα σχολεία και τόσοι μαθητές για τον θεσμό αυτό, δίνει σε όλους μας ελπίδα για την αυριανή κοινωνία…

Το μυστήριο του Κάσπαρ Χάουζερ!

Γράφουν οι μαθήτριες Φιλαρέτη Ανδρομιδά (Β1) και Ελένη Κατωπόδη (Β2)

Με αφορμή το κείμενο του Δ. Χατζή, που διδαχθήκαμε στο μάθημα της Λογοτεχνίας, γράψαμε το σημερινό μας άρθρο. Ποιος ήταν τελικά ο Κάσπαρ Χάουζερ; Το μυστήριο του Χάουζερ έχει δημιουργήσει πολλές θεωρίες κι έχουν γραφτεί χιλιάδες βιβλία, ποιήματα και θεατρικά έργα για εκείνον. Για λίγα πρόσωπα στην ιστορία έχει γίνει τόσος λόγος. Η ιστορία του εξακολουθεί να είναι πολύ γνωστή στη Γερμανία. Για κάποιους, ο Χάουζερ ήταν μια αθώα ψυχή, την οποία χειραγώγησε ο περίγυρός του, ενώ για άλλους ήταν ένας πανούργος απατεώνας, που εκμεταλλεύτηκε την κατάστασή του στο έπακρο.
Τον Μάρτιο του 1826 ο έφηβος Κάσπαρ Χάουζερ έφτασε στη Νυρεμβέργη. Δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, γιατί μάλλον δεν ήξερε να μιλάει. Μόλις έφτασε, ζήτησε να τον οδηγήσουν στο σπίτι ενός λοχαγού του ιππικού. Δεν είχε σχεδόν καθόλου υπάρχοντα, με εξαίρεση κάποιες επιστολές και στο σώμα του είχε σημάδι από εμβόλιο, που σύμφωνα με κάποιους ειδικούς, υποδήλωνε καταγωγή από ανώτερη τάξη. Μερικά από τα γράμματα που βρέθηκαν πάνω του τα είχε γράψει ένας άντρας, που έλεγε ότι του είχε δοθεί η κηδεμονία του Χάουζερ το 1812, όταν ήταν βρέφος κι ότι εκείνος του είχε μάθει ανάγνωση, γραφή και τη χριστιανική θρησκεία. Σε ένα άλλο γράμμα από τη μητέρα του παιδιού αναφέρεται πως το όνομά του ήταν Κάσπαρ, ότι γεννήθηκε στις 30/04/1812 και ότι ο πατέρας του, που είχε πεθάνει, ήταν ιππέας και το παιδί ήθελε να γίνει ιππέας σαν εκείνον. Τα δύο γράμματα, όμως, έχουν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα. Ποιος τα είχε γράψει και με ποιο σκοπό; Αφού τέθηκε υπό την κηδεμονία του δημοτικού συμβουλίου, ο ίδιος έλεγε πως τόσα χρόνια τον είχαν έγκλειστο σε ένα μικρό δωμάτιο, τον τάιζαν μόνο ψωμί και νερό και πως τον άνθρωπο που τον κρατούσε όμηρο, δεν τον είχε δει ποτέ, αφού κάθε φορά που εμφανιζόταν, ο Κάσπαρ έπρεπε να έχει γυρισμένη την πλάτη του. Στο μεταξύ, είχαν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν ιστορίες, πως είχε μεγαλώσει στο δάσος σαν άγριο ζώο (ακόμα και σήμερα θεωρείται ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος των «άγριων παιδιών» ) ή πως ήταν απατεώνας ή ακόμα και μέλος του βασιλικού οίκου των Μπάντεν.
Πάντως, η συμπεριφορά του είχε μεγάλο ενδιαφέρον: έδειχνε να μην αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα παρά μόνο από τα διαφορετικά τους ρούχα, δεν αναγνώριζε τον καθρέφτη, δεν αναγνώριζε τη φωτιά, δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του ζώο, ονόμαζε όλα τα ζώα «άλογο» και αντιμετώπιζε τα πάντα σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά! Ο κόσμος τον επισκεπτόταν, για να τον δει από κοντά και είχε γίνει διάσημος σε όλη την Ευρώπη. Τον Ιούλιο του 1828 η κηδεμονία του δόθηκε σε καθηγητή πανεπιστημίου με εντυπωσιακή φήμη πάνω στη φιλοσοφία και τη μεθοδολογία της εκπαίδευσης, ο οποίος εκτός από τα μαθήματα που του έκανε, άρχισε να πειραματίζεται πάνω του με ομοιοπαθητικές θεραπείες, οι οποίες δεν είχαν ιδιαίτερα αποτελέσματα. Δύο μήνες μετά, ο Χάουζερ ισχυρίστηκε ότι τραυματίστηκε στο μέτωπο από έναν μαυροντυμένο άντρα, που του είχε επιτεθεί και τον οποίο είχε αναγνωρίσει από τη φωνή του. Ήταν ο άνθρωπος που τον είχε φέρει στη Νυρεμβέργη και τον κρατούσε φυλακισμένο όλα αυτά τα χρόνια. Κάποιοι θεώρησαν πως ο Κάσπαρ αυτοτραυματίστηκε με το μαχαίρι, για να κερδίσει τη συμπάθεια του κόσμου και να γίνει πιστευτός, αφού πολλοί τον κατηγόρησαν πως έλεγε ψέματα σχετικά με την αιχμαλωσία του. Όμως, η επικρατούσα πλέον θεωρία ήταν, ότι ο Κάσπαρ δεν ήταν ένα οποιοδήποτε αγόρι που πέθανε ο πατέρας του και το είχε παρατήσει η μητέρα του. Ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν ο γιος του Τσαρλς, του Δούκα του Μπάντεν, πράγμα που σήμαινε πως ήταν ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου. Αργότερα, τον υιοθέτησε ο Άγγλος αριστοκράτης λόρδος Στάνθορ, ο οποίος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ασαφή σχέση του Χάουζερ με την αριστοκρατία, αλλά φαίνεται να έχασε το ενδιαφέρον του, όταν αυτή δεν μπορούσε να αποδειχτεί, λέγοντας ότι ο Χάουζερ ήταν στην πραγματικότητα ένας απατεώνας, που επιζητούσε την προσοχή. Στη συνέχεια, ο Χάουζερ τέθηκε υπό τη φροντίδα ενός άλλου δασκάλου, ο οποίος σχημάτισε την ίδια άποψη με τον λόρδο Στάνθορ. Ωστόσο, έκανε σημαντική πρόοδο στην εκπαίδευσή του, παρά το γεγονός ότι πολλοί τον θεωρούσαν χαζό. Βρήκε, λοιπόν, δουλειά ως υπάλληλος γραφείου. Τον Δεκέμβρη του 1832, επέστρεψε στο κατάλυμά του με μια μαχαιριά στο στήθος λέγοντας ότι του είχε επιτεθεί ξανά ο ίδιος άντρας, ο προηγούμενος κηδεμόνας και δεσμοφύλακάς του. Στην αρχή, κατηγορήθηκε πάλι πως αυτοτραυματίστηκε, αλλά ο ιατροδικαστής δήλωσε ότι η πληγή ήταν πολύ βαθιά, για να είχε μπορέσει να την κάνει μόνος του. Ο Χάουζερ είπε ότι είχε πάει στο δάσος, για να συναντήσει έναν άγνωστο, ο οποίος του είπε πως είχε πληροφορίες για τη μητέρα του. Μόλις βρέθηκαν, έδωσε στον Κάσπαρ ένα πορτοφόλι με ένα σημείωμα και τον μαχαίρωσε.

Τρεις μέρες αργότερα, ο Χάουζερ πέθανε και στον τάφο του αναγράφεται: Ενθάδε κείται ο Κάσπαρ Χάουζερ, ένα αίνιγμα της εποχής του. Η γέννησή του ήταν άγνωστη, ο θάνατός του ένα μυστήριο. Στην ψυχολογία υπάρχει το Σύνδρομο Κάσπαρ Χάουζερ (ή ψυχοκοινωνικός νανισμός), το οποίο παρατηρείται μεταξύ των ηλικιών 2 και 15 ετών και προκαλείται από ακραία συναισθηματική πίεση. Είναι μια διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από πολύ μικρό ανάστημα, βάρος ακατάλληλο για το ύψος και ανώριμη σκελετική ηλικία. Η ασθένεια προοδεύει, εφόσον το παιδί συνεχίζει να βρίσκεται σε περιβάλλον, που του προκαλεί αυτό το άγχος. Παρατηρείται συχνά σε παιδιά, που έχουν κακοποιηθεί και μπορεί να οδηγήσει το σώμα και το μυαλό να σταματήσουν εντελώς να αναπτύσσονται. Μία από τις πολλές ταινίες που βασίστηκαν στην ιστορία του Κάσπαρ Χάουζερ είναι η γερμανική ταινία με τίτλο “Jeder für sich und Gott gegen alle” (O καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός εναντίον όλων). Επίσης, η ιστορία του Κάσπαρ Χάουζερ ενέπνευσε και τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν να γράψει το 1880 το ποίημα: “Gaspard Hauser chante”.

50 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο παππούς μου θυμάται…

Γράφει η μαθήτρια Πηνελόπη Μητσάκη (Β3)

Ο παππούς μου, Χριστόδουλος Χριστοδούλου, που υπηρέτησε το 1970 στην 33η μοίρα των Ειδικών Δυνάμεων Καταδρομών στην Κύπρο, μας ανοίγει την καρδιά του και μας μιλά για το πώς ήταν η ζωή στο νησί πριν την εισβολή, μας διηγείται το τι έγινε το 1974 και μας περιγράφει τα δύσκολα χρόνια που πέρασαν τότε οι δικοί του άνθρωποι. Ήταν νέος, μετανάστης στον Καναδά για λόγους εκπαίδευσης και επαγγελματικής εξειδίκευσης, όταν συνειδητοποίησε ξαφνικά, το καλοκαίρι του 1974, πως η ζωή του αλλάζει και πως το όνειρό του, να ξαναγυρίσει σύντομα πίσω στην πατρίδα του, δε θα πραγματοποιούνταν!

Παππού, θα σε πάω πίσω 50 χρόνια, να θυμηθείς την αγαπημένη πατρίδα σου, όταν ήσουν νέος, έφηβος, πριν την τουρκική εισβολή! Πώς ήταν η ζωή σου τότε;
Στην καταπράσινη κοιλάδα του ποταμού Καρκώτη και σε μέσο υψόμετρο 310 μ., βρίσκεται η Ληνού, το χωριό που μεγάλωσα, ένα πανέμορφο χωριουδάκι της επαρχίας Λευκωσίας, το οποίο απέχει περίπου 48 χλμ από την πρωτεύουσα. Το χωριό ήταν κοντά στη θάλασσα του Ξερού, από όπου καμαρώναμε τον Πενταδάκτυλο. Εκεί, στην θάλασσα του Ξερού αλλά και στον ποταμό Καρκώτη, πηγαίναμε για μπάνιο. Είχαμε τα χωράφια μας, τα περιβόλια μας. Τα σκαλίζαμε, τα ποτίζαμε, μαζεύαμε τις ελιές, τα λεμόνια, τα πορτοκάλια και τα πουλούσαμε. Οι άντρες δούλευαν σε μια εταιρεία που φόρτωνε χαλκό, στο μεταλλείο του Ξερού. Θυμάμαι το παιχνίδι που κάναμε στο προαύλιο της εκκλησίας μας, της Παναγίας της Χρυσοπαντάνασσας, αλλά και στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας. Περνούσαμε πάρα πολύ ωραία! Ήταν τα πιο ωραία μου χρόνια! Η δύναμη που πήρα από αυτά τα χρόνια με ώθησε να φύγω στο εξωτερικό και να παλέψω για το μέλλον μου! Ήμαστε και σε μια ηλικία που βλέπαμε τα πράγματα απλά, ζούσαμε μαζί με τους Τούρκους μονιασμένοι, φυσικά δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξή τους —βλέπεις εμείς ήμαστε το 80% και αυτοί το 20% περίπου. Μερικοί έλεγαν, όπως και σήμερα: «Κάποτε θα έρθουν οι Τούρκοι να μας πάρουν», κι αυτό το θεωρούσαμε αστείο και γελάγαμε. Κι όμως! Έγινε κι αυτό!

Πώς έμαθες για την εισβολή και τι θυμάσαι από αυτές τις στιγμές;
Καλοκαίρι του 1974… δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Βρισκόμουν στον Καναδά. Θυμάμαι τα ξένα πρακτορεία να προαναγγέλλουν το γεγονός, αλλά εμείς δεν θέλαμε να το πιστέψουμε. Όταν έγινε το πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου, προσπάθησα να επικοινωνήσω με τους δικούς μου στην Κύπρο, αλλά μάταια, η επικοινωνία ήταν αδύνατη. Μετά από πέντε μέρες ακούμε στο ραδιόφωνο «…Turkey invaded Cyprus…» και να συνεχίζουν να λένε πως ο ήχος του πολέμου ήχησε στην Κύπρο! Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μου. Δεν ήξερα πού να πάω και τι να κάνω. Άκουγα να περιγράφουν πως χιλιάδες κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τα αεροπλάνα πετούσαν πάνω από τα κεφάλια τους και οι βόμβες έπεφταν μέσα στον τόπο μου. Άκουγα να λένε πως οι περισσότεροι έφυγαν χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, και εγώ δεν γνώριζα αν ήταν οι δικοί μου άνθρωποι μέσα σε αυτούς. Τα άφησαν όλα όπως ήταν και έτρεξαν για να γλιτώσουν. Άλλοι ετοίμασαν μια βαλίτσα με μερικά πράγματα, με ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά τους και έτρεχαν στα χωράφια, για να σωθούν. Όλοι πίστευαν πως θα ήταν κάτι παροδικό και πως μόλις τελειώσει όλο αυτό ο καθένας θα γυρίσει στο σπίτι του και θα επιστρέψει στην κανονική του ζωή. Αλλά έκαναν λάθος…. Ο πόλεμος είχε μόλις αρχίσει…

Προσπάθησες να πας πίσω και ποιες δυσκολίες αντιμετώπισες;
Ναι, βέβαια και προσπάθησα! Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο εκτός από το πώς μπορούσα να φτάσω στην Κύπρο! Μαζευτήκαμε μια μεγάλη ομάδα από Έλληνες και Κύπριους, για να συναντήσουμε τον τότε Υπουργό Άμυνας του Καναδά μαζί με τον πρόξενο της Ελλάδας στον Άγιο Νικόλαο στο Τορόντο, για να μας βοηθήσουνε να φτάσουμε στην Κύπρο μέσω Ελλάδας! Ως καταδρομείς των ειδικών δυνάμεων είχαμε εκπαιδευτεί να πολεμήσουμε για την πατρίδα, για την οικογένειά μας, για το χώμα που μας μεγάλωσε! Κάνεις μας εκεί δεν δείλιασε ούτε μαθαίνοντας πως ήμαστε αντιμέτωποι με έναν βέβαιο θάνατο, ούτε όταν μάθαμε για την πτώση ενός αεροπλάνου, με το οποίο μας είχαν κανονίσει να πετάξουμε εμείς. Εκείνες τις μέρες επικρατούσε το απόλυτο χάος! Κάνεις δεν ήξερε τίποτα! Θυμάμαι μετά από πολλές πιέσεις και τρομερή απόγνωση να μας φωνάζουν «Φύγετε, σας παρακαλώ γιατί η Κύπρος θα μαυροφορεθεί και δεν θέλουμε να΄ναι κι οι μανάδες σας αυτές που θα φορέσουν μαύρα!» Εκείνη τη στιγμή, καταλάβαμε πως ο αγώνας για την Κύπρο είχε προδοθεί. Αισθάνθηκα να προδίδω κι εγώ την πατρίδα μου. Έζησα την προδοσία μέσα μου, αφού ενώ πίστευα ότι ο πόλεμος μπορούσε να κερδηθεί, αναγκάστηκα να δεχθώ μια ήττα.

Εξήγησέ μας παππού, τι ακριβώς συνέβη στην Κύπρο εκείνο το καλοκαίρι του 1974;
Αυτή είναι μια μικρή ιστοριούλα που πρέπει να μας πάει λίγο πίσω, πριν την εισβολή. Έχετε μάθει από την ιστορία στο σχολείο σας πως η Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους για πάρα πολλά χρόνια. Το ίδιο και η Κύπρος. Αργότερα οι Τούρκοι νοίκιασαν την Κύπρο στους Άγγλους και οι Άγγλοι δεν δίνανε χρήματα και τους έλεγαν «άμα έχετε τα κότσια, ελάτε να την πάρετε την Κύπρο». Εμείς οι Κύπριοι, επειδή αισθανόμασταν Έλληνες, το 1955 κάναμε έναν ένοπλο αγώνα εναντίον των Άγγλων. Οι Άγγλοι για να μας τιμωρήσουν, έδωσαν το δικαίωμα στην Τουρκία, παρ’ όλο που είχε φύγει από την Κύπρο (αφού την είχε νοικιάσει σ’ αυτούς), να είναι εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο, μαζί με την Αγγλία και την Ελλάδα. Έτσι, λοιπόν, το 1974 που έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο, πέντε μέρες πριν την εισβολή, η Ελλάδα επενέβη στα εσωτερικά της Κύπρου, για να ανατρέψει τον Πρόεδρό της και τη νόμιμη κυπριακή κυβέρνηση. Τότε οι Τούρκοι επενέβησαν και είπαν: «Εφόσον η Ελλάδα επεμβαίνει στα εσωτερικά της Κύπρου, δικαιούμαστε να επέμβουμε κι εμείς». Κι έτσι, έκαμαν εισβολή στην Κύπρο. Βρήκαν, δηλαδή, την αφορμή. Η 20η Ιουλίου του 1974 αποτελεί μία από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού. Η τουρκική εισβολή με την κωδική ονομασία «Αττίλας» είναι η ημέρα που ξεκινά η τουρκική εισβολή. Τα τουρκικά στρατεύματα, παραβιάζοντας κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου πραγματοποιήσαν, ανενόχλητα, απόβαση στο βόρειο τμήμα του νησιού. Η Τουρκία έχει βρει μία πρώτης τάξεως πρόφαση. Γιατί οι Τούρκοι πάντα ήθελαν την Κύπρο και, δυστυχώς, επειδή ήταν πολύ μακριά από την Ελλάδα και πολύ κοντά στην Τουρκία, τους ήταν πολύ εύκολο. Η Τουρκία λοιπόν, έχοντας δημιουργήσει προγεφύρωμα και έχοντας μεταφέρει στην Κύπρο αρκετές δυνάμεις από την Τουρκιά, κατέλαβε 36% της έκτασης του νησιού. Ήταν φυσικά πολύ περισσότεροι από εμάς. Τα όπλα μας ήταν πολύ παλιά. Δεν μπορέσανε οι Έλληνες να πάνε να βοηθήσουνε, ήταν διαλυμένος και ο στρατός της Ελλάδας λόγω της χούντας. Η λίστα των θυμάτων έγινε ιδιαίτερα μεγάλη, αριθμώντας πάνω από 6.000 νεκρούς, πάνω από 1.500 αγνοούμενους και πάνω από 200.000 εκτοπισμένους. Παιδί μου, υπήρχαν απώλειες, σκοτώθηκαν πολλά παιδιά! Πάρα πολλοί σκοτώθηκαν, και από εμάς και από τους Τούρκους. Ακόμα ψάχνουν να τους βρουν. Υπάρχουν πάρα πολλοί που αγνοούνται ακόμα και προφανώς, είναι σκοτωμένοι και θαμμένοι, ποιος ξέρει πού… Ίσως σε ομαδικούς τάφους. Πολλές φορές, ακόμα και σήμερα, βρίσκουν σκελετούς σε ομαδικούς τάφους και με την εξέταση DNA που γίνεται, ανακαλύπτουν σε ποιους ανήκουν.

Όταν γύρισες πίσω στην πατρίδα σου, πώς αισθάνθηκες και πώς τα ξαναβρήκες όλα;
Δύο χρόνια μετά την εισβολή, κατάφερα τελικά να πάω πίσω! Στο αεροδρόμιο με ενημέρωσαν πως ήμουνα στην λίστα με τους αγνοούμενους! Εκείνη την στιγμή έζησα μια δεύτερη προδοσία. Ένιωσα σαν να ήταν λάθος που ζούσα ή σαν να έφταιγα που ήμουν ακόμη ζωντανός… Θυμάμαι έντονα, πως το μόνο που ήθελα και λαχταρούσα ήταν να πάω να αγκαλιάσω την μάνα μου, τον πατέρα μου και τα αδέλφια μου. Στον πόλεμο δεν χάσαμε ευτυχώς κανέναν από την οικογένεια μου, αλλά έχασα φίλους, πολλούς φίλους που υπηρετήσαμε μαζί στην ίδια μοίρα ως φαντάροι, συγκεκριμένα 149 από την 33η μοίρα των Ειδικών Δυνάμεων Καταδρομών, όπου υπηρέτησα και εγώ. Αν πολεμούσα και εγώ τότε, σίγουρα ο αριθμός θα στρογγύλευε. Ναι, ήμαστε και τυχεροί που η οικογένειά μου ήταν ζωντανή και δεν χάσαμε τα σπίτια και το χωριό μας. Πολύ έντονα συναισθήματα ένιωθα εκείνη την μέρα της επιστροφής, χαρά, αγωνία καθώς και τον φόβο… Και παρακαλώ τον Θεό, να μην τον νιώσουν ποτέ τα παιδιά μου. Άκουσα και είδα τον πόνο, όσο παράξενα και να σου ακούγεται. Ο πόνος, κόρη μου, δεν σβήνει, κι ας έφτιαξαν τη ζωή τους μετά, κι ας προχώρησαν παρακάτω. Ο πόλεμος είναι μόνο βία. Και κάποιοι την έζησαν από πρώτο χέρι. Όπλα, τανκς, βιασμοί, αιχμαλωσίες, βασανισμοί, δολοφονίες. Όλα αυτά που μου περιέγραψαν οι δικοί μου και όσα μπόρεσα να δω, μου χάραξαν την καρδιά μου! Αυτό όμως που θα μείνει ανεξίτηλο στην ψύχη μου, είναι η στιγμή που είδα την τουρκική σημαία στον Πενταδάχτυλό μας, ήταν ορατή από χιλιόμετρα μακριά, στον δρόμο προς το χωριό μου. Και η ζωή μετά την εισβολή ήταν πολύ δύσκολη παιδί μου, δεν ήταν όπως παλιά. Φτώχεια, δυστυχία και δυσκολίες, έτσι δεν άργησα να καταλάβω πως η ελπίδα της επιστροφής χάθηκε.

Τώρα που η είσοδος στα κατεχόμενα είναι ελεύθερη, εσύ πήγες παππού;
Θυμάμαι ήταν Μεγάλη Πέμπτη, Απρίλιος 2003, όταν μας ανήγγειλαν πως μπορούμε να πάμε ελεύθερα στα κατεχόμενα, όχι για να μείνουμε, αλλά να επισκεφθούμε τον τόπο μας. Με έβαλαν σε μεγάλο δίλημμα. Από τη μια ήθελα να ξαναδώ τον τόπο μου, από την άλλη δεν ήθελα να χαλάσω το μόνο που μου απέμεινε από τα νεανικά μου χρονιά, τις όμορφες αναμνήσεις που είχα από αυτές τις περιοχές. Κατά βάθος, δεν ήθελα να δω τα σπίτια μας που τα είχαν πάρει οι Τούρκοι και ζουν μέσα, αλλά τελικά από περιέργεια και μόνο, πήγα! Και τι κατάλαβα, κόρη μου… Καλύτερα να μην τα έβλεπα! Δεν ήταν ο τόπος μου, όπου έζησα, που θυμάμαι ως παιδί και νέος. Στην διαδρομή προς τον Απόστολο Ανδρέα, το ανατολικότερο σημείο της Κύπρου αντικρίσαμε χωριά ερειπωμένα… σχεδόν γκρεμισμένα -μην ξεχνάτε ότι βομβαρδίστηκε ο τόπος και είναι πάρα πολύ δύσκολο να τον βλέπεις έτσι. Επίσης, είναι πολύ θλιβερό να διαπιστώνεις πόσες δεκαετίες πίσω έγιναν αυτά. Στενοχωρήθηκα ακόμα περισσότερο, όταν είδα τις εκκλησίες να στέκουν βουβές και βεβηλωμένες. Ήταν κάτι που δεν θα ήθελα να επαναλάβω, νιώθω περίεργα…

Να μας κάνεις μια ευχή, παππού;
Πέρασαν ήδη 50 χρόνια, μισός αιώνας, από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. 50 ολόκληρα χρόνια προσφυγιάς, 50 χρόνια διαίρεσης του νησιού σε βόρεια και νότια Κύπρο, 50 χρόνια αγνοουμένων, 50 χρόνια παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 50 χρόνια καταστροφής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, 50 χρόνια αγώνα και προσπάθειας λύσης του κυπριακού προβλήματος! Ίσως, κόρη μου, θα περίμενες να σου έλεγα πως εύχομαι να απελευθερωθεί η Κύπρος μας και να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους, αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο πλέον. Είναι ένα περίπλοκο πρόβλημα το Κυπριακό… Είναι μπερδεμένη η κατάσταση. Και για εκείνους τους Τούρκους εκεί είναι πλέον το σπίτι τους, η πατρίδα τους. Γι’ αυτό, όσο περνάνε τα χρόνια, είναι πιο δύσκολο να πάρουμε τα κατεχόμενα, γιατί εκεί πέρα έχουν γεννηθεί παιδιά που και για εκείνους είναι πατρίδα τους. Είναι το σπίτι τους τώρα. Η ευχή μου είναι να μην ξεχάσετε ποτέ εσείς, οι νέοι, την ιστορία της μαύρης αυτής μέρας, να τιμάτε τους αδικοχαμένους που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος, αλλά και τους αγνοουμένους. Η Κύπρος μας έχει αξιόλογη ιστορία μαχητών και ηρώων. Η ταυτότητά μας είναι η ιστορία μας! ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ…….κόρη μου!
Παππού μου, σε ευχαριστούμε παρά πολύ!!

Διαδικτυακός εκφοβισμός…

Γράφουν οι μαθήτριες Βικτώρια Σακελλαρίου και Λήδα Σκαπινάκη (Β4)

Ο διαδικτυακός εκφοβισμός (Cyberbullying) συμβαίνει, όταν ένα άτομο δέχεται είτε ανώνυμα -είτε επώνυμα- προσβλητικά και απειλητικά μηνύματα, παρενοχλείται, ταπεινώνεται ή εξευτελίζεται επανειλημμένα μέσω του διαδικτύου, κινητών τηλεφώνων ή άλλων ψηφιακών τεχνολογιών. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή του θύματος. Παρόλο που δεν περιλαμβάνει σωματική επίθεση, εξακολουθεί να αποτελεί μια μορφή επιθετικής συμπεριφοράς με εξίσου δυσάρεστα αποτελέσματα. Ιδιαίτερα στενάχωρο είναι το γεγονός, πως τα περισσότερα θύματα είναι έφηβοι ή ακόμη και μικρά παιδιά. Η πλειοψηφία των ατόμων που υφίστανται ή ασκούν διαδικτυακό εκφοβισμό είναι ηλικίας 12-16 ετών, ενώ περίπου 15-35% των νέων έχει πέσει θύμα διαδικτυακού εκφοβισμού.

Οι μορφές που μπορεί να πάρει ο διαδικτυακός εκφοβισμός είναι ποικίλες. Αφορά οποιαδήποτε ενέργεια έχει σκοπό να οδηγήσει το άτομο σε απόγνωση και να του προκαλέσει φόβο. Μπορεί να περιλαμβάνει παρενόχληση μέσω επαναλαμβανόμενης αποστολής μηνυμάτων, εικόνων ή βίντεο, που θα προκαλέσουν ταραχή και άγχος. Επιπλέον, μπορεί να πρόκειται για τη δημιουργία ψεύτικου προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα, με σκοπό τη γελοιοποίηση κάποιου. Η γνωστοποίηση μυστικών ή άλλων προσωπικών πληροφοριών ενός ατόμου θεωρείται, επίσης, μια μορφή διαδικτυακού εκφοβισμού. Επιπρόσθετα, υπάρχει και η περίπτωση της δημοσίευσης φωτογραφιών ή μαγνητοσκοπημένου υλικού. Είναι συχνό, να εμπλέκονται και τρίτα άτομα στην κατάσταση, με αποτέλεσμα το θύμα να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα από πολλούς διαφορετικούς αποστολείς. Η κύρια διαφορά με τον παραδοσιακό εκφοβισμό είναι πως εδώ μπορεί να συμβεί ανώνυμα και εξαπλώνεται με υψηλότερη ταχύτητα. Εκμεταλλευόμενος το προνόμιο της ανωνυμίας, ο καθένας μπορεί να κάνει προσβλητικά σχόλια, τα οποία ενδέχεται να πληγώσουν ένα άλλο άτομο.

Επομένως, με τη συνεχή εξάπλωση της χρήσης του διαδικτύου σε όλο και μικρότερες ηλικίες το φαινόμενο του διαδικτυακού εκφοβισμού, δυστυχώς, θα εντείνεται. Ας συνειδητοποιήσουµε ότι η διαδικτυακή επικοινωνία δεν είναι πάντα ιδιωτική, καθώς οι άλλοι µπορούν να αντιγράψουν, να εκτυπώσουν και να µοιραστούν µε άλλους τα λεγόµενά µας ή τις φωτογραφίες µας. Ωστόσο, ο εκφοβισµός και οι τρόποι µε τους οποίους εκφράζεται (π.χ. απειλές, εκβιασµοί) αποτελούν ποινικά κολάσιµες πράξεις, µπορούν να πάρουν τον δρόµο της δικαιοσύνης και να τιµωρηθούν βάσει της Ελληνικής Νοµοθεσίας. Εάν δούµε, λοιπόν, ότι κάποιος φίλος, γνωστός ή συµµαθητής µας, είναι θύµα διαδικτυακού εκφοβισµού, ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να καταγγείλουµε το περιστατικό! Άλλωστε, το ίδιο θα θέλαµε κι εµείς από τους άλλους, αν βρισκόμασταν στη θέση τους!

Το Ολυμπιακό Ιδεώδες

Γράφουν οι μαθήτριες Φιλαρέτη Ανδρομιδά (Β1) και Κατωπόδη Ελένη (Β2)

Ο Ολυμπισμός, ως ιδέα, έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και στο πνεύμα των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, το οποίο εμπεριείχε το θρησκευτικό στοιχείο, το κάλλος, την ευγένεια, τη λιτότητα, την αγνότητα, την εκεχειρία, την αγωνιστικότητα, και γενικά το πνευματικό ήθος και τον σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή. Οι αξίες του Ολυμπισμού κινούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες: Το «εὖ αγωνίζεσθαι» και την «ευγενή άμιλλα».
Στον πρώτο άξονα εντοπίζονται οι αξίες της εντιμότητας, του σεβασμού των κανόνων διεξαγωγής των αγώνων, της ισότητας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού των συναθλητών. Στον δεύτερο άξονα περιέχονται οι αξίες της αριστείας, του ευγενικού συναγωνισμού ανάμεσα σε άτομα και λαούς, της τάσης για διάκριση και υπεροχή μακριά από κάθε αντιπαλότητα.
Δυστυχώς όμως, καθημερινά οι δυσάρεστες ειδήσεις από τον χώρο του αθλητισμού πληθαίνουν και το ολυμπιακό ιδεώδες, οι αρχές του εὖ αγωνίζεσθαι αμαυρώνονται. Αυτό οφείλεται κυρίως στη μετατροπή του χώρου αυτού σε επένδυση βιομηχανιών μαζικής ψυχαγωγίας. Τηλεοπτικοί σταθμοί, εταιρείες που λειτουργούν ως χορηγοί, αλλά και οι ίδιοι οι αθλητές έχουν μερίδιο ευθύνης στην εμπορευματοποίηση του αθλητισμού. Ας μην ξεχνάμε και το φαινόμενο του «χουλιγκανισμού» ή του «ντοπαρίσματος» των αθλητών…
Είναι επιτακτική η ανάγκη να απαλλαγεί ο αθλητισμός από οικονομικοπολιτικά συμφέροντα και άλλες σκοπιμότητες! Ο Ολυμπισμός είναι φιλοσοφία ζωής, που προωθεί και συνδυάζει σε αρμονικό σύνολο τις αρετές του σώματος και της ψυχής. Συνδέοντας τον αθλητισμό με τον πολιτισμό και την παιδεία, ο Ολυμπισμός προσπαθεί να δημιουργήσει έναν τρόπο ζωής, που να στηρίζεται στη χαρά της προσπάθειας, την εκπαιδευτική αξία του καλού παραδείγματος και τον σεβασμό των οικουμενικών αξιών. Ο σκοπός του Ολυμπισμού είναι να θέσει τον Αθλητισμό στην υπηρεσία της αρμονικής ανάπτυξης του ανθρώπου, ενθαρρύνοντας τη δημιουργία μιας ειρηνικής κοινωνίας, η οποία ενδιαφέρεται για τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Γέλιο= πηγή ζωής!

Γράφουν οι μαθήτριες Μαρία Αντωνακοπούλου [ποίημα](Β3) και Μελίνα Λαζάρου [κείμενο](Β2)

«Αυτός που σε κάνει να γελάς, σε βοηθά να ζεις», είχε πει ο Μένανδρος. Και πράγματι, αυτό αποδεικνύεται. Όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ΖΕΙ πραγματικά! Δεν αφήνει την ευθυμία, τη χαρά να αγγίξουν την ατσάλινη καρδιά του. Στις μέρες μας, η σοβαροφάνεια και η αυστηρότητα δεν παραχωρούν στην ανθρώπινη κοινωνία το δικαίωμα της αναζωογόνησης, της ψυχικής ευεξίας. Ο κλοιός της θλίψης σε έναν κόσμο τόσο σκυθρωπό και απόμακρο δεν αφήνει παρά ελάχιστες ακτίνες φωτός να τον διαπεράσουν. Το γέλιο, ωστόσο, είναι η απάντηση σε αυτή τη θλίψη, ένα όπλο που διαθέτει ο άνθρωπος, για να καταπολεμήσει αυτή τη μελαγχολική μονοτονία και να προσδώσει χρώμα στη ζωή του. Ζωή χωρίς χρώμα δεν δύναται να υφίσταται και γι’ αυτό, το γέλιο αποτελεί μια πολύτιμη πηγή ζωής.
Γέλιο σημαίνει χαρά, χιούμορ, ανακούφιση, ελπίδα. Κάθε έκφανσή του δίνει στην καθημερινότητά μας μια διαφορετική διάσταση. Μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις με μια διαφορετική οπτική, μία αισιόδοξη συλλογιστική. Με το γέλιο καταρρίπτεται η απαισιοδοξία. Όταν κάποιος γελά, μια σπίθα ελπίδας γεννιέται. Επιπλέον, το γέλιο ως χιούμορ -αλλά και ως ειρωνεία- μάς βοηθά να ξεπερνάμε στιγμές αμηχανίας, να παρατηρούμε και να κατανοούμε βαθύτερα ανθρώπους και καταστάσεις. Τέλος, εκφράζει το συναίσθημα της ευθυμίας, της ευτυχίας και θεωρείται απαραίτητο για την ψυχική μας υγεία.
Συνεπώς, η σημερινή κοινωνία με τους φρενήρεις ρυθμούς που την διακρίνουν και την απαιτητική -από κάθε άποψη- καθημερινότητα, χρειάζεται αυτό το γέλιο, αυτή τη χαρά, αυτό το χρώμα που είχε κάποτε. Γιατί το γέλιο φωτίζει το σκοτάδι, χρωματίζει το γκρίζο ανθρώπινο τείχος και το καταρρίπτει μπροστά στην έννοια της ζωής!

Γέλιο! Δεν κοστίζει τίποτα, ενώ προσφέρει πολλά
Πλουτίζει αυτούς που το δέχονται
Κάνει τις ψυχές να χαίρονται.
Διαρκεί μόνο μια στιγμή, αλλά η ανάμνηση του… παντοτινή!
Δίνει ανακούφιση στον κουρασμένο
Θάρρος στον απογοητευμένο
Παρηγοριά στον λυπημένο
Ένα φως μάλλον ξεχασμένο!
Είναι χρώμα ζωηρό, που φωτίζει τον γκρίζο ουρανό
Μια πηγή ζωής μέσα στις πολλές … «εκπτώσεις» της
σύγχρονης εποχής.

Ντόροθι Λόρενς: η γυναίκα που μεταμφιέστηκε σε άντρα στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο!

Γράφουν οι μαθήτριες Φιλαρέτη Ανδρομιδά (Β1) και Ελένη Κατωπόδη (Β2)

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, με τη χακί στολή, τις αρβύλες και τα κοντοκουρεμένα μαλλιά δεν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους στρατιώτες της μεραρχίας. Η Ντόροθι Λόρενς, μια γυναίκα που ήθελε να γίνει πολεμική ανταποκρίτρια, μεταμφιέστηκε σε άντρα, προκειμένου να δει από κοντά τις αιματηρές μάχες του Μεγάλου Πολέμου. Όπως έγραψε: «Θέλω να δω τι μπορεί να καταφέρει μια συνηθισμένη Αγγλίδα χωρίς τυπικά προσόντα ή χρήματα«.
Γίνεται έτσι, η μοναδική γυναίκα που καταφέρνει να πολεμήσει στο Δυτικό Μέτωπο, σε μια εποχή που το να ντύνεσαι στρατιώτης και να κρατάς όπλο ήταν αποκλειστικά ανδρικό προνόμιο. Σε περίπτωση σύλληψης, οι γυναίκες έρχονταν αντιμέτωπες με φυλάκιση και εκτέλεση. Το 1915, η 19χρονη Ντόροθι Λόρενς μετέβη στη Γαλλία, όπου με τη βοήθεια δύο Άγγλων στρατιωτών καταφέρνει να αποκτήσει στρατιωτική στολή και πλαστή ταυτότητα με την ονομασία «Ντένις Σμιθ». Αργότερα, κόβει κοντά τα μαλλιά της, ξύνει τα μάγουλά της, για να τα ερεθίσει και να δίνει την εντύπωση ότι ήταν φρεσκοξυρισμένη και προσπάθησε να καλύψει τις καμπύλες της. Δεν ήταν εύκολο για τη Λόρενς να φτάσει στα πεδία των μαχών. Πολλές φορές αξιωματικοί τη σταμάτησαν, για να τη ρωτήσουν τι δουλειά είχε τόσο μακριά από την υποτιθέμενη μονάδα της. Σε κανέναν, όμως, δεν πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι ο Ντένις Σμιθ δεν ήταν άνδρας.
Κάποια στιγμή, η Λόρενς εκμυστηρεύεται το μυστικό της στον Τομ Νταν, έναν μηχανικό ειδικό στη διάνοιξη σηράγγων και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Νταν εντυπωσιάζεται με το θάρρος και την τόλμη της νεαρής και πείθει τους συναδέλφους της να την εντάξουν στην υπηρεσία των σκαπανέων. Της βρήκαν μια κρυψώνα, για να ξεκουράζεται κατά τη διάρκεια της ημέρας και έτρωγε ό,τι περίσσευε από τους συναδέλφους της. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, έβγαινε κι εκείνη, για να σκάψει. Οι συνθήκες εργασίας και υγιεινής ήταν άθλιες και η Λόρενς αρχίζει να γεμίζει ψείρες. Παρ’ όλα αυτά, η αφοσίωσή της στην αποστολή της προκάλεσε εκ νέου τον θαυμασμό του φίλου της, Τομ Νταν. Ωστόσο, η προσπάθεια να κρατήσει κρυφό το μυστικό της, απέτυχε. Οι κακουχίες του πολέμου, σε συνδυασμό με το καθημερινό άγχος που την κατέκλυζε, επιβάρυναν την υγεία της. Φοβούμενη ότι θα ξεσκεπαζόταν η απάτη της και για να προστατεύσει τους άνδρες που την είχαν βοηθήσει, αποφασίζει να πει την αλήθεια στον λοχία της. Εκείνος διέταξε την άμεση σύλληψή της και στη συνέχεια, η Λόρενς ανακρίθηκε με την κατηγορία ότι ήταν κατάσκοπος.

Η Λόρενς τοποθετείται σε ένα γαλλικό μοναστήρι και αναγκάζεται να υπογράψει μία ένορκη δήλωση, σύμφωνα με την οποία δεν θα δημοσίευε τίποτα για τις εμπειρίες της. Εστάλη πίσω στην Αγγλία το 1919. Η 23χρονη Λόρενς δημοσιεύει την αυτοβιογραφία της με τίτλο «Sapper Dorothy». Κλείνεται σε άσυλο στο βόρειο Λονδίνο, επειδή κατηγορεί τον κληρικό, με τον οποίο είχε μεγαλώσει, ότι την κακοποιούσε όταν ήταν στην εφηβεία. Πεθαίνει μόνη και ξεχασμένη στις 29 Αυγούστου 1964, σε ηλικία 67 ετών.

Ελγίνεια Μάρμαρα: μία ανεπανόρθωτα λανθασμένη ονομασία, που ανταποκρίνεται ωστόσο στην εκμετάλλευση της πνευματικότητας του ελληνικού πολιτισμού

Γράφει η μαθήτρια Μελίνα Λαζάρου (Β2)

Χρόνια διαπραγματεύσεων, συνεδρίων, κάθε λογής διπλωματικών προσεγγίσεων… Κι όμως, τα δακρυσμένα μάτια των Καρυάτιδων δεν έχουν ακόμα αντικρίσει τον τόπο καταγωγής τους. Πρόκειται για μια προσβολή. Εθνική και πολιτισμική. Ο επαναπατρισμός των Γλυπτών του Παρθενώνα θα έπρεπε να είναι αυτονόητος, όχι να απαιτείται. Ωστόσο, σε αυτήν την κατάσταση εμπλέκονται συμφέροντα, που καλύπτονται από αβάσιμες δικαιολογίες και προφάσεις. Τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι ελληνικά και ως αρμόζουσα θέση τους ορίζεται -δικαιωματικά- η Ελλάδα. Όσο ματαιόδοξο κι αν φαντάζει, θα πρέπει να συνεχίσουμε να τα διεκδικούμε. Αποτελούν σύμβολο του πολιτισμού μας. Αναπόσπαστο και κομβικής σημασίας κομμάτι της ιστορίας μας. Αν εγκαταλείψουμε αυτήν την προσπάθεια, εγκαταλείπουμε και τις αρχές μας. Αυτό δεν θα έπρεπε να το επιτρέψουμε να συμβεί. Αν, βέβαια, θέλουμε να λεγόμαστε Έλληνες…
Όπως όλοι οφείλουμε να γνωρίζουμε, η επαίσχυντη αυτή κατάσταση έχει τις ρίζες της στις αρχές του 19ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή, κατά την οποία ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ιδιαίτερα ευάλωτος και εκτεθειμένος, ο λόρδος Έλγιν, εκμεταλλευόμενος τις ατυχείς συγκυρίες, επέλεξε να πράξει μία ιεροσυλία διεθνών διαστάσεων. Πραγματοποίησε την κλοπή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Τα Γλυπτά μετέπειτα μεταφέρθηκαν στη Βρετανία, όπου παρουσιάστηκαν ως εκθέματα στο Βρετανικό Μουσείο και παραμένουν εκεί ως σήμερα. Ωστόσο, δεν παρέχεται στο ελάχιστο η ανάλογη της αξίας τους ασφάλεια, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από πρόσφατα δημοσιεύματα, που αναφέρουν πως από τις αποθήκες του μουσείου «χάθηκαν, κλάπηκαν ή καταστράφηκαν» αντικείμενα, που φυλάσσονταν για ακαδημαϊκούς και ερευνητικούς σκοπούς και δεν είχαν εκτεθεί στις συλλογές του. Αδιανόητο, παρ’ όλα αυτά αληθινό! Για τα γλυπτά αυτά, δεν ήταν τότε δυνατόν να προβληθεί καμία αντίσταση. Σήμερα, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει.

Τα αρχαία αυτά αριστουργήματα δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο πνευματικού ενδιαφέροντος για εκείνους που τα έχουν. Αντίθετα, από σύμβολο πολιτισμού, μετατράπηκαν σε βιοποριστικό μέσο στα χέρια της προσωποποιημένης απληστίας. Αυτή τη στιγμή εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες, οι οποίοι θαυμάζουν τα έργα ενός άλλου πολιτισμού, εις βάρος του οποίου ενισχύεται η βρετανική οικονομία. Φυσικά, λοιπόν, και η χώρα αυτή θα χάσει πολλά, αν τα γλυπτά αυτά επαναπατριστούν! Γιατί θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου σχετικά με παγκόσμια πλέον συμφέροντα… Αν τα γλυπτά του Παρθενώνα επιστραφούν, θα πρέπει να επιστραφούν κλοπιμαία και άλλων πολιτισμών, με αποτέλεσμα πολλά διεθνούς φήμης μουσεία να «διαγραφούν» από τον χάρτη σημείων υψηλής επισκεψιμότητας. Και αυτό θα ήταν σοβαρό πλήγμα.
Προσωπικά, πιστεύω ότι δεν πρόκειται μόνο για μία κλοπή, αλλά και για μία ισοπέδωση του πνεύματος, του πολιτισμού, του ήθους. Σπουδαία έργα τέχνης, ανεκτίμητης αξίας, αντιμετωπίστηκαν με μία βαρβαρότητα άνευ προηγουμένου, ώστε εντέλει να αποτελέσουν ένα ακόμη θύμα της ιδιοτέλειας του ανθρώπου.
Τα γλυπτά αυτά για τους Έλληνες, δεν αποτελούν μόνο σπουδαία έργα τέχνης, φορείς του ελληνικού παρελθόντος, αλλά προπάντων το παρόν μας. Αυτό, γιατί απαρτίζουν την ταυτότητα του έθνους μας! Από εκείνα πηγάζουν συμβολισμοί, αρετές που περιγράφουν την έννοια «Ελλάδα» και που θέτουν τα θεμέλια για την πορεία μας και την εξέλιξή μας. «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν για εμάς τους Έλληνες τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Είναι η υπερηφάνεια μας, είναι οι θυσίες μας. Είναι το ευγενέστερο σύμβολο τελειότητας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι οι φιλοδοξίες μας και το ίδιο το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητας», είχε πει η Μελίνα Μερκούρη.

Τα γλυπτά αυτά, δεν είναι «ελγίνεια», όπως αποκαλούνται, γιατί ανήκαν και εξακολουθούν να ανήκουν στον Παρθενώνα. Ούτε θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται ως «Μάρμαρα», γιατί αποτελούν κάτι πολύ σπουδαιότερο από ένα υλικό. Αν αυτό δεν μπορούμε ως λαός να το συλλάβουμε, τότε θα ήταν ίσως καλύτερα, να μην προσπαθήσουμε άλλο να τα διεκδικήσουμε…